Ωραια μερα

– Σημερα ειναι μια ωραια μέρα. Δεν ειναι μια μέρα για να πεθάνει κανεις…
Λεει ο χειρουργος καθως ενεργοποιει το ηλεκτροσοκ στο στηθος του ασθενή.

Τσικ, τσίιιιιιικ, τσικ, τσίιιιιικ, τσικ, τσίιιιικ, τσικ, τσίιιικ, τσικ, τσίιικ, τσίκ …

Και η καρδιά του ασθενή χτυπά, ξανά, επαναλειπτικά, ρυθμικά…
Επέστρεψε στη ζωή, αυτην την όμορφη ημέρα.

Μισω, απεχθανομαι, αγαπω, τρελλενομαι

Οταν οι αδερφες μου γινανε 18 χρονων, πηγαν η καθεμια ξεχωριστά για ενα χρόνο στην Αμερική.
Μηνανε σε αμερικάνικες οικογενειες. Ενα παιδί ανάμεσα στα άλλα, ως ενα πρόσθετο μέλος της οικογενείας.
Εκει παρακολουθήσανε την τελευταια χρονιά του high school, και την επαναλάβανε δηλαδή αφου την ειχαν ήδη κάνει στο λύκειο στην Ελλάδα.
Τότε λοιπόν, στα 13 και 14ά μου, φιλοξενησαμε και εμεις με την σειρά μας αγγλόφωνες μαθητες ηλικίας 17 μεχρι 19 χρόνων.

Στα μάτια μου ηταν τα παιδιά τόσο cool, όσο ποτέ στην ζωή μου δε θα γινόμουνα.
Με τα διαφορετικά τους ρουχα, με τις αμερικάνικες σημαίες στα κορδόνια των παπουτσιών, με τα χαπάκια για τις βιταμίνες, με την τεράστια όρεξη για πίτσα και brownies, με την αγγλική προφορά μιλώντας ελληνικά, με τα 3 χιλιάδες νεσεσέρ, με το I love it, και το I hate it.

Δεν υπήρχε ενδιάμεσα, ή I love it εδώ ή Ι hate it εκεί.

Και σκεφτόμουνα, για να εχει κανεις τοσο απολυτη αποψη περί των πραγμάτων, τα ξερει σε βαθος, τα εχει αναλυσει, έχει άποψη, και ειναι σιγουρος για αυτήν. Αξιοπερίεργο, αξιο θαυμασμού…

Μέχρι που έπιασα τον εαυτό μου (μόλις προχτές ήταν) να λέει το μισώ. Και ναι, ειχε βαρος η λέξη, είχε βαθος, αλλα ηταν και τόσο ευκολο να ειπωθεί. Πιο ευκολο από το να κάνω κάτι εναντιων του αισθήματος.

Στο δρόμο της ζωής έπιασα και άλλες ενδιαφέρουσες λεξεις, προτάσεις.
Αδιαφορώ. Δεν γνωρίζω. Δεν μπορώ.
Τρελλενομαι. Βαρεθηκα την προσπαθεια.
Νοιώθω. Αδυνατώ. Επιθυμω.
Ειμαι εξαντλημένη.
Σκάω στα γέλεια. Χαμογελώ.
Ειμαι ευτυχισμένη.

Ειμαι ικανοποιημένη…
τουλάχιστον αυτην τη στιγμη.

Σαν τη θαλασσα…

Ειμαι σαν την θάλασσα τελικά…

τη μια φουρτουνιασμένη
σκουραινω και αναβράζω
το κυμα να μανευει
καραβια ρουφαω έξω απο το μουράγιο
χωρίς έλεος, για κανενα
ουτε και για εμένα.

Ειμαι σαν την θάλασσα τελικά…

την αλλη ήρεμη και πράα
τα βαθη μου φωτιζω εγώ
σε όλους και χωρις νάζια
τρεφω γαριδες, δελφίνια, αστακό
τα φιλώ, τα προστατευω
και εμένα με χαιδευω.