Η νυχτα…
Τρέλα ή Κόλαση;
– Μήπως υπάρχει ρε παιδιά κανένα κοφτερό μαχαίρι; ρώτησε προσπαθώντας να κόψει ροδέλες μια ντομάτα για να τις βάλει πάνω στο ψωμί.
– Εδώ και κοφτερά μαχαίρια; απάντησε μια φωνή από το βάθος της τραπεζαρίας ειρωνικά…
Δίκιο έχει σκέφτηκε και θυμήθηκε πως το παντελόνι παίζει στην μέση της, έτσι χωρίς ζώνη.
– Πώς τα κατάφερες να κόψεις τόσο λεπτές ροδέλες ντομάτας; Γεια στην ησυχία σου, μου κόβεις και μένα μία; την ρώτησα η όμορφη κοπέλα με τα μαύρα μαλλιά, το σκουρόχρωμο δέρμα, το λυπημένο πρόσωπο και τα λεπτά χαρακτηριστικά από το διπλανό κάθισμα.
– Πάρε, κανένα πρόβλημα, δεν ήταν δύσκολο…
– Γιατί βρίσκεσαι εδώ;
– Πήρα μερικές ταμπλέτες παραπάνω από το κανονικό.
Απάντησε με ευφημισμούς, γιατί δεν ήξερε πώς αλλιώς να εξηγήσει τι συνέβη. Πως από την μια στιγμή στην άλλη, ο πόνος, η απελπισία, η αίσθηση του να είσαι ανήμπορος, η εξάντληση, η στέρηση της αγάπης θα της έφερνε στο μυαλό την ιδέα να πέσει για ύπνο και να μην ξαναξυπνήσει. Να βρει επιτέλους το χάος ένα τέλος, Ναι δε θα ήταν happy end όπως αυτά που έβλεπε στις ταινίες, αλλά θα ήταν ένα ΤΕΛΟΣ.
Και έτσι έψαξε στα φάρμακα που υπήρχαν στον σπίτι, διάβασε τις οδηγίες χρήσεως και διάλεξε αυτά που νόμιζε ότι θα ήταν αποτελεσματικά. Πήρε και μερικά χωρίς οδηγίες, όλο και κάποια ενέργεια θα έχουν, δε μπορεί, σκέφτηκε.
Ξάπλωσε στο κρεβάτι, έγραψε στο εξώφυλλο ενός περιοδικού… “σας αγαπώ πολύ, λυπάμαι απερίγραπτα”.
Με δάκρυα στα μάτια έβγαλε τις ταμπλέτες από τις συσκευασίες, πήρε μια φούχτα στην παλάμη της, με μια κίνηση στο στόμα, νερό. Επανέλαβε την διαδικασία για τις υπόλοιπες και ξάπλωσε περιμένοντας να την πάρει ο ύπνος. Πως τον ήθελε αυτόν τον ύπνο. Αυτόν που θα ήταν ο τελευταίος της. Όμως ο ύπνος δεν ήρθε…
– Ταμπλέτες;
Η φωνή της όμορφης μαυρομαλλούσας την γύρισε ξαφνικά στην πραγματικότητα, στη τραπεζαρία, μπροστά της η φέτα ψωμί με το βούτυρο και την ντομάτα.
– Eεεε, ναι … εσύ;
– Είμαι για δεύτερη φορά εδώ, την πρώτη φορά, είχα κόψει τις φλέβες μου. Τώρα με έστειλε ο ψυχίατρος που με παρακολουθεί, γιατί νομίζει ότι επανήλθαν οι τάσεις αυτοκτονίας.
– Eεεε, αλήθεια, μπορεί να το κάνει, έχει το δικαίωμα; Εγώ είμαι με την συγκατάθεσή μου εδώ, μπορεί ο γιατρός να σε κρατήσει και χωρίς την θέλησή σου;
– Nαι, δυστυχώς…
– Έχεις πρόβλημα τώρα, …εμμ… με συγχωρείς αν σε πειράζει η ερώτηση… έχει δίκιο o γιατρός;
– Aχ ναι, τι να κάνω; Έχω κάνει αίτηση για άσυλο, είμαι Περσίδα, αλλά απορρίφθηκε. Μόλις βγω από την κλινική, θα με στείλουν πίσω, δεν ξέρω τι να κάνω. Εδώ τρέλα και εκεί κόλαση.
-Eδώ τρέλα…
επανέλαβε εκείνη και συνειδητοποίησε το μέγεθος των επιπτώσεων. Δεν το είχε σκεφτεί έτσι, θα έπεφτε για ύπνο και δε θα ξαναξυπνούσε, αυτό εδώ δεν ήταν μέσα στο πρόγραμμα.
Eδώ τρέλα…
επανέλαβε για άλλη μια φορά και άρχισε να τρώει το ψωμί της.
Γαλαζιες συμπτωσεις

Ο Πινόκιο με τον γερο Τζεππέτο στην απόδραση απο τον Φαλαινοκαρχαρία που τους ειχε καταπιει ζωντανους.
Και ο Οδυσσεας όπως τον έχει “καταπιει” η ιστορια του Πινόκιο.
Του ξυλινου κουκλου στην αναζήτηση περιπετειών, των οριων του, της εξελιξης.
Στην αναζήτηση της γαλάζιας νεραιδας, για να του πραγματοποιησει την μέγιστή του επιθυμια.
Να γίνει ένα πραγματικό αγοράκι.
Πόσοι και πόσοι ψάχνουμε απελπισμένα την νεραιδα, να μας πραγματοποιήσει τις επιθυμιες μας; Εκείνη, γιατι εμείς νοιωθουμε μικροι, ασημαντοι να τα καταφέρουμε μόνοι μας. Χωρις μαγεια, χωρις κολπα.
Εκείνη μπορεί, έτσι απο την μια στιγμή στην άλλη. Να αλλαξει τη ζωή μας, να την φέρει επιτέλους εκει που την ευχόμαστε, γιατι δεν τολμουμε να την αλλάξουμε εμεις.
…
Και τα συννεφα ασπρα και παχια, αιωρουνται πισω απο την εκκλησία, σε μια συνεχή κίνηση, στον γαλανο ουρανό.
Γαλάζια νεράιδα, γαλάζιος ουρανός, γαλάζια θάλασσα…
Συμπτωση που σε όλα οσα με κάνουν να ονειρευομαι κατι το γαλαζιο βρισκεται;
