Aστυνομικο (Ερωτησεις, απαντησεις)

-Kα Σαρρή, κάναμε έρευνα κατ οίκον στου κου Κωστόπουλου, αλλά δεν βρήκαμε κανένα συμβόλαιο αγοράς ή ασφάλειας αυτοκινήτου. Πώς το εξηγείτε;
-Το αυτοκίνητο δεν το είχε αγοράσει εκείνος, ήταν του εκδοτικού οίκου, αλλά μπορούσε να το χρησιμοποιεί όπως και όσο ήθελε.

-Μήπως προσέξατε τι χρώμα είχαν τα εσώρουχα του κου Κωστόπουλου εκείνο το βράδυ;
-Περίεργο που το ρωτάτε και εγώ ξαφνιάστηκα όταν τον έβλεπα να ντύνεται, γιατί φόρεσε το κουστούμι του χωρίς εσώρουχα, αλλά ήταν τόσο αναστατωμένος που μάλλον ούτε θα ήξερε αν είχε βάλει παπούτσια ή κυκλοφορούσε ξυπόλητος.”

-Πότε κερδίσατε το βραβείο για την τούρτα σας;
-Τον Οκτώβρη στον πανελλήνιο διαγωνισμό ζαχαροπλαστικής στα πλαίσια της έκθεσης ΖαχαροΤΕX. Μια έκθεση ζαχαροπλαστικής, μηχανημάτων και εξοπλισμού.

-Ήτανε πριν ή αφού ξανασυναντηθήκατε με τον κο Κωστόπουλο;
-Ένα μήνα πριν… Με χρειάζεστε άλλο; ρώτησε η Ελένη Σαρρή όταν κατάλαβε ότι η Ρίζου δε θα της έθετε άλλες ερωτήσεις.

-Όχι ευχαριστώ. Με βοηθήσατε πάρα πολύ. Αφήστε μου σας παρακαλώ μόνον πριν φύγετε το τηλέφωνο και την διεύθυνσή σας για κάθε ενδεχόμενο.
-Παρακαλώ, είπε η Ελένη Σαρρή και σημείωσε τα στοιχεία της στο φύλλο χαρτί που της πρότεινε η επιθεωρητής.

Μόλις έφυγε η επισκέπτης της, τηλεφώνησε ξανά στη γραμματεία του προσωπάρχη του εκδοτικού γραφείου.
Η γραμματέας λες και ήταν άλλος άνθρωπος, της έδωσε χωρίς δεύτερη κουβέντα το νούμερο των πινακίδων του αυτοκινήτου που οδηγούσε ο Κωστόπουλος. Επρόκειτο για ένα ασημένιο Audi TT του 2003.
Η Ρίζου ζήτησε να την συνδέσουνε με το γραφείο του εκδότη. Η γραμματέα του όμως την ενημέρωσε πως δυστυχώς δεν ήταν εκεί και πως δεν απαντούσε στο κινητό του.
-Μόλις επιστρέψει να έρθει οπωσδήποτε σε επαφή με εμένα, της απάντησε με έμφαση και πρόσθεσε, “είναι πολύ σημαντικό”.

Έδωσε εντολή σε όλα τα αστυνομικά περιπολικά να την ενημερώσουν μόλις βρουν το αυτοκίνητο, αλλά ας κοιτάξουν πρώτα κοντά στο πάρκο και στον εκδοτικό οίκο.

Κοίταξε το ρολόι της, σηκώθηκε, κλείδωσε την πόρτα του γραφείου της, κατέβηκε δυο δυο τις σκάλες, μήπως και προλάβει να φτάσει έγκαιρα στο σχολείο της κόρης, αν δεν την πιάσει κίνηση στο δρόμο.
Όμως δεν είχε τύχη αυτή την φορά. Δύο κόκκινα φανάρια της κόστισαν πάνω από ένα τέταρτο. Σίγουρη ότι θα αργήσει πολύ τηλεφώνησε στην Ειρήνη για να την παρακαλέσει να πάει να πάρει την Κατερίνα από το σχολείο.

-Κανένα πρόβλημα, έλα με την ησυχία σου Μαράκι, θα ήμαστε με την Κατερίνα στο δικό μου διαμέρισμα, της απάντησε η φιλική φωνή της Ειρήνης.

Η Ρίζου σκέφτηκε με ανακούφιση πως έχει μεγάλη τύχη να μπορεί να βασίζεται στους φίλους της, έβαλε το αγαπημένο της CD στο CD player του αυτοκινήτου και περίμενε να ξεφρακάρει το σταυροδρόμι.

-Συνεχίζεται-

Aστυνομικο (Σαμπανια και τουρτα Αμυγδαλου)

Το γραφείο της Μαρίας Ρίζου δεν θα κέρδιζε ποτέ έναν διαγωνισμό διακοσμητικής. Ένα δωμάτιο με μια πόρτα χωρίς εξωτερικά παράθυρα. Όταν το έβαψαν ήτανε άσπρο, αλλά είχαν περάσει 6 χρόνια από τότε. Γκρίζο μωσαϊκό στο πάτωμα, μαύρη φορμάικα το γραφείο. Μια μπλε καρέκλα γραφείου πίσω του και δύο καφέ για τους επισκέπτες. Ένας τοίχος με μια με μαύρους φακέλους γεμάτη βιβλιοθήκη, αυτή σε άσπρη φορμάικα. Κανείς δεν προσπάθησε να κάνει χρωματική αντίθεση με το γραφείο, απλά όταν αγοράστηκαν οι βιβλιοθήκες, ήταν μάλλον αυτές φθηνότερες από τα άλλα χρώματα. Στον απέναντι τοίχο ένας πίνακας για σημειώσεις με μαρκαδόρους. Και ο τοίχος πίσω από το γραφείο γεμάτος με παιδικές ζωγραφιές, καρτ ποστάλ φίλων και γνωστών με χαιρετίσματα από τις διακοπές.

Δίπλα στην πόρτα ένας ξύλινος καλόγερος με μια ξεχασμένη ομπρέλα.
Στο μαύρο γραφείο το μπεζ μόνιτορ και κάτω από το γραφείο όρθιος σε ένα σημείο, ώστε να την εμποδίζει στα πόδια ο υπολογιστής. Το πιο καινούργιο αντικείμενο του δωματίου, αν εξαιρέσει κανείς τη καδραρισμένη φωτογραφία της Κατερίνας δίπλα στο μόνιτορ.

Η επιθεωρητής Ρίζου κάθισε στην μπλε καρέκλα γραφείου, έδειξε στην επισκέπτριά της την καφέ, την κοίταξε στα μάτια και ρώτησε.

-Τι θέλατε να μου πείτε; Σας ακούω.

Η Ελένη Σαρρή δεν ήξερε που να αρχίσει, δεν της άρεσε να συζητά προσωπικά της με ξένους, αλλά σε αυτήν την περίπτωση δεν είχε εναλλακτική λύση.

-Η μητέρα μου, μου είπε πως βρήκατε τον Γιάννη νεκρό στο πάρκο. Γνωριζόμασταν από παιδιά, τότε ήμασταν οι καλύτεροι φίλοι, χαθήκαμε όταν έφυγε για τις σπουδές του, πριν ένα μήνα συναντηθήκαμε τυχαία. Ήταν σαν να μην είχε περάσει ούτε ένα λεπτό από τότε που είχαμε ιδωθεί για τελευταία φορά. Η πρώτη εβδομάδα μετά την συνάντηση ήταν απερίγραπτη. Στέλναμε 30 sms, 10 email την ημέρα, ο καθένας, τρώγαμε κάθε μεσημέρι μαζί, μιλάγαμε δύο τρεις ώρες τα βράδια αντί για ύπνο. Στο τέλος της εβδομάδας συνειδητοποιήσαμε ότι αυτό που νιώθαμε ήταν περισσότερο από παιδική φιλία. Υπήρχε μια έντονη έλξη. Ξαφνικά φαινόντουσαν όλα δυνατά. Ο Γιάννης παραμελούσε την δουλειά του, είχε προβλήματα με τον εκδότη, αλλά μου έλεγε ότι δεν τον πείραζε, εγώ άνοιγα αργότερα το coffee shop, και εισέπραττα παράπονα από τους τακτικούς πελάτες. Ο ιδιοκτήτης που μου έκανε πάντα προβλήματα από τότε που το νοίκιασα, αρνήθηκε να ανανεώσουμε το συμβόλαιο που λήγει σε 2 μήνες.

Κάναμε σχέδια να ανοίξουμε ένα δικό μας ζαχαροπλαστείο. Πήγαμε και είδαμε αρκετούς χώρους, αλλά δεν βρίσκαμε κάτι κατάλληλο, μέχρι πριν 4 μέρες, που υπόγραψε το συμφωνητικό για τον επαγγελματικό χώρο. Στο όνομά του, του ήταν σημαντικό, ήταν το παιδικό του όνειρο, αλλά τώρα είχε τα μέσα να το πραγματοποιήσει. Όμως με ήθελε και μένα σε αυτό το όνειρό του. Και εγώ ήμουν υπερευτυχής να είμαι κομμάτι του.

Προχθές το βράδυ ήμασταν μαζί. Ήθελε να φτιάξουμε την τούρτα αμυγδάλου μου, τρελαινόταν για αυτή την τούρτα, την ετοιμάσαμε παρέα, ήταν τόσο ευτυχής και σε ερωτική διάθεση. Η τούρτα δεν μας βγήκε καλή, από τα φιλιά και τα χάδια δεν μπορούσαμε να συγκεντρωθούμε, η μαρέγκα δεν έσφιξε, βάλαμε λιγότερο βούτυρο, περισσότερη ζάχαρη από αυτήν της συνταγής, και το ένα τρίτο της μάζας του πικραμυγδάλου, το φάγαμε ενδιάμεσα αντί να το βάλουμε στο γλυκό…

Πήρε μια βαθιά αναπνοή. Προσπάθησε να ψυχολογήσει τα χαμογελαστά μάτια της Ρίζου, της φάνηκαν ειλικρινή, το πρόσωπό της άξιο εμπιστοσύνης και συνέχισε…

Ήπιαμε και σαμπάνια, ήμασταν τόσο ευτυχισμένοι. Νιώθαμε υπεράνθρωποι, τίποτε δεν μπορούσε να μας πληγώσει ή να μας εμποδίσει στα σχέδιά μας. Αγαπηθήκαμε στην κουζίνα. Δεν ήταν διαστροφή ή εκπλήρωση ερωτικής φαντασίας. Ήταν το καταφύγιο των παιδικών χρόνων μας, εκεί που δεν μπορούσαν να μας πειράξουν οι άλλοι, ο μόνος δικός μας χώρος.

Την στιγμή της έκστασης, άκουσα τον Γιάννη να λέει,
αν σταματούσε αυτή τη στιγμή να χτυπά η καρδιά μου, θα ήμουν ο πιο ευτυχής άνθρωπος του κόσμου.

Μισή ώρα αργότερα περίπου χτύπησε το κινητό του, είχε λάβει ένα μήνυμα. Το διάβασε και ήταν σαν να ξυπνούσε βίαια από βαθύ ύπνο. Αναστατωμένος, νευρικός, μου είπε ότι υπάρχει πρόβλημα με το άρθρο του και ότι πρέπει να πάει να το λύσει. Με πήγε στο σπίτι μου και σε όλη τη διάρκεια της διαδρομής δεν είπε λέξη.

Φίλησέ με ή χώρισέ με, είπε φεύγοντας. Προτιμώ να σε φιλήσω του είπα και το έκανα.

Μπήκε στο αυτοκίνητό του, έβαλε μπρος, δεν με ξανακοίταξε και έφυγε με τσιριχτά λάστιχα.
Από τότε δεν τον ξαναείδα. Θα πρέπει να ήταν 12.30 μετά τα μεσάνυχτα.”

-Πόσο ηλίθια είμαι, ξέσπασε η Μαρία Ρίζου. Είχε αυτοκίνητο ο Γιάννης Κωστόπουλος;
-Βεβαίως, ένα ασημένιο Audi. Δεν το ξέρατε;

-Συνεχίζεται-

Aστυνομικο (χαμενες ωρες)

Το γραφείο του εκδότη βρισκότανε στον 12ο. Διαλεγμένο συμβολικά στην ανώτατο όροφο του κτιρίου, για όλους ορατή η θέση του, ο υψηλότερος στην ιεραρχία. Σε αυτό το κτίριο ήταν ο λόγος του νόμος. Η άποψή του δόγμα. Και η κακοκεφιά του πρόβλημα, που έπρεπε να αντιμετωπιστεί από ολόκληρο το προσωπικό.

Ο διάδρόμος βγαίνοντας από το ασανσέρ κατέληγε σε μια και μοναδική πόρτα, μια ξύλινη με δερμάτινη επένδυση.
“Το πρόβλημα με τέτοιες πόρτες” σκέφτηκε η Ρίζου” είναι ότι δεν μπορεί να χτυπήσεις πριν μπεις μέσα”.

Φτάνοντας μπροστά της είδε το κουμπί ενός κουδουνιού και δίπλα του ένα ταμπελάκι όπου ήταν γραμμένο “Αντώνης Μάνου / Εκδότης”.
Η Μαρία Ρίζου πίεσε το κουμπί, της ανοίξανε και μπήκε στο γραφείο, το οποίο δεν ήταν αυτό του εκδότη, παρά της προσωπικής του γραμματέα. Ακριβώς απέναντί της υπήρχε μια δεύτερη πόρτα και αυτή ξύλινη με δερμάτινη επένδυση.

-Τι επιθυμείτε; ρώτησε η γραμματέας
-Επιθεωρητής Ρίζου, θα ήθελα να μιλήσω με τον κο Μάνου.
-Λυπάμαι αλλά ο κος Μάνου βρίσκεται σήμερα το πρωί εκτός γραφείου.
-Πότε θα επιστρέψει; Μπορώ να περιμένω.
-Δεν μου είπε πότε θα έρθει, λυπάμαι δεν ξέρω, είπε η γραμματέας χαμογελώντας, και ήταν φανερό ό,τι έλεγε ψέματα. Ποια γραμματέας δεν είναι ενημερωμένη για το πρόγραμμα του προϊσταμένου της;

Η Ρίζου κοίταξε το ρολόι της και αποφάσισε πως δεν είχε διάθεση να χάνει εκεί τον χρόνο της.

-Σας αφήνω την κάρτα μου. Όταν επιστρέψει να του πείτε να με πάρει τηλέφωνο. Αν προτιμά να περάσει από το αστυνομικό τμήμα να απαντήσει εκεί τις ερωτήσεις μου, την διεύθυνση θα τη βρει στην κάρτα μου. Χαίρεται, είπε και φεύγοντας πρόσεξε πως το χαμόγελο της γραμματέα διαλύθηκε.

Στο δρόμο προς το αστυνομικό τμήμα άκουσε τον χαρακτηριστικό σήμα που κάνει το κινητό της όταν λαμβάνει μήνυμα. Κοίταξε ποιος ήταν. “Αχ ζεις ακόμα;” σκέφτηκε λυπημένα διαβάζοντας τον αποστολέα. Το κείμενο του μηνύματος ήταν το εξής…
“Το ξέρω, μετά από τόσο μεγάλη σιωπή από μέρους μου αποκλείεται να το πιστέψεις, εγώ όμως σε αγαπάω. Τις επόμενες μέρες θα τηλεφωνήσω. Φιλιά.”

-Αχ, τι θα κάνω εγώ με σένα, μου λες; ρώτησε το κινητό της. Εδώ και τέσσερις μέρες δεν είχε σημεία ζωής από τον Γιώργο, παρόλο που εκείνη είχε προσπαθήσει με τηλεφώνημα και με μήνυμα στο κινητό να επικοινωνήσουν. Σιγά σιγά το είχε πάρει απόφαση ότι δεν θα την ξαναπάρει. Δεν ήθελε πλέον εκείνη να προσπαθήσει, αν την έπαιρνε εκείνος τηλέφωνο έχει καλά, αλλιώς πάλι καλά.

Και τώρα ένα τέτοιο μήνυμα. Κανονικά θα έπρεπε να χαρεί. Δεν σου το λένε κάθε μέρα το σ’αγαπώ. Αλλά είχε ήδη τόσο καιρό που ήταν λυπημένη για το σίγουρο για εκείνην τέλος της σχέσης, που δεν αρκούσε ένα μηνυματάκι με 24 λέξεις για να την επαναφέρει στην αισιοδοξία. Και τι πάει να πει, τις επόμενες μέρες θα τηλεφωνήσω; Γιατί δεν την παίρνει τώρα ένα γρήγορο τηλεφωνηματάκι; Μετά από τέσσερις μέρες, θα χαιρότανε να ακούσει την φωνή του καλύτερα από το να διαβάζει κρύα και παγωμένα μηνύματα στο κινητό…

“Τέλος πάντων, τουλάχιστον ενδιαφέρεσαι τόσο, ώστε να μην θέλεις να κόψεις εντελώς την επικοινωνία. Κάτι είναι και αυτό” του απάντησε νοερά και έστριψε δεξιά στο αστυνομικό τμήμα.

Στον πάγκο έξω από το γραφείο της περίμενε η Ελένη Σαρρή. Τα πόδια το ένα πάνω στο άλλο, σκυμμένη προς τα μπροστά, με τα χέρια να αγκαλιάζει το μπουφάν της, προσπαθώντας να ζεσταθεί. Τα μάτια κόκκινα και πρησμένα. Τα μαλλιά ατημέλητα.

-Κα Ρίζου; Η μητέρα μου μου είπε για τον Γιάννη, συγνώμη για τον κο Κωστόπουλο εννοώ. Πρέπει να σας μιλήσω, γίνεται τώρα;
-Χαίρομαι που ήρθατε, ήθελα και εγώ να μιλήσουμε. Περάστε.

-Συνεχίζεται-