Aστυνομικο (O εξαδερφος)

-“Πότε ακριβώς ήταν η συνάντηση των blogger κε Mιχαηλιδη;” συνέχισε τις ερωτήσεις της η επιθεωρητής Μαρία Ρίζου.
-“Μια εβδομάδα πριν τα Χριστούγεννα, νομίζω στις 17 Δεκεμβρίου, αλλά μπορεί και να κάνω λάθος. Ήταν δύσκολο να βρεθεί μια μέρα που να μπορούν όλοι άλλα το Σάββατο ήταν για τους περισσότερους βολικό.”

Τοκ, τοκ, τοοοοοκ, τοκ, τοκ, τοοοοοκ χτύπησε το κινητό της επιθεωρητού και τραντάχτηκε πάνω στην λεία επιφάνεια του γραφείου. Το νούμερο που την καλούσε δεν το ήξερε.
-“Συγνώμη ένα λεπτό” είπε στον Κώστα Μιχαηλίδη και πάτησε το κουμπί για να δεχθεί την σύνδεση. Η ψυχολόγος της αστυνομίας την ενημέρωσε ότι μόλις είχε τελειώσει η συνάντηση του νηπιαγωγείο. Δυστυχώς η Βάσω Τριανταφυλλιδου είχε υποστεί σεξουαλική κακοποίηση, το ακριβές μέγεθος θα έπρεπε ακόμα να προσδιοριστεί από μια ειδική παιδοψυχολόγο, ήδη είχε ειδοποιήσει μια συνάδελφο, ευτυχώς οι γονείς δεν ήσαν μπλεγμένοι, αλλά ο γείτονας, ο οποίος χρησιμοποίησε τον σκύλο του ως δόλωμα για να δελεάζει τις επισκέψεις της μικρής, το όνομά του είναι…”
-“Γαβρίλης Παπαγιάννης” συμπλήρωσε θριαμβευτικά η Μαρία Ρίζου και στην ψυχολόγο δεν έμεινε τίποτε άλλο από το να συμφωνήσει και να προσθέσει ότι βέβαια όλα αυτά τα στοιχεία θα της τα έστελνε και γραπτώς για το αρχείο.
Η Ρίζου την ευχαρίστησε για την σημαντική της βοήθεια και έκλεισε το τηλέφωνο.

Μα φυσικά σκέφτηκε και επιτελούς κατάλαβε τι προσπαθούσε να της πει αυτή η μικρή φωνούλα μέσα της, που δεν είχε σταματήσει να της τριβελίζει το μυαλό από τότε που βρέθηκε στο συνεργείο του Αριστοτέλη Μαύρου.

“Κε Μιχαηλίδη αυτό ήταν, εύχομαι να μην σας κράτησα πολύ από τις ασχολίες σας. Αν χρειαστώ κάτι θα σας τηλεφωνήσω. Ευχαριστώ,” είπε και τον βοήθησε να βγει από το γραφείο της.

Ειδοποίησε ένα περιπολικό να της φέρει τον Παπαγιάννη αμέσως ξανά πίσω στο αστυνομικό τμήμα.
-“Επιθεώρητα Ρίζου, λυπάμαι αλλά οι συνάδελφοι μόλις φύγανε για μια άλλη υπόθεση” της απάντησε ο υπεύθυνος υπάλληλος και συνέχισε χωρίς να προλάβει να πει εκείνη τίποτε “με την πρώτη ευκαιρία όμως θα σας τον φέρουμε. Μόλις έφτασε ο Αντώνης Μάρκου, να σας τον στείλω;”
-“Ναι, θα τον περιμένω στο γραφείο μου, ευχαριστώ.”

Σχημάτισε στα γρήγορα το τηλέφωνο της Ειρήνης. Δεν θα τα κατάφερνε να πάρει την Κατερίνα έγκαιρα από το σχολείο, αν δεν της ήτανε κόπος, να πήγαινε εκείνη. Η Ειρήνη δεν είχε αντίρρηση και η Μαρία Ρίζου μπορούσε να στρέψει την απεριόριστη προσοχή της, στον ξάδελφο της Δήμητρας Ζησοπούλου, ο οποίος ακριβώς εκείνη την στιγμή έμπαινε στο γραφείο της συνοδευόμενος από δυο αστυνομικούς με στολή.

“Kε Μάρκου σας ευχαριστώ που είχατε τον χρόνο για να με επισκεφτείτε και εύχομαι να μην ήταν πρόβλημα να απέχετε για λίγο από την δουλειά.”
-“Άκου, χρόνο για να επισκεφτώ, με το περιπολικό που ήρθε στην δουλειά τι να κάνω; Να μην έρθω; Τι αστεία που είναι ετούτη” είπε κατευθυνόμενος στον ψηλότερο από τους δυο αστυνομικούς.
-“Σιωπή” του απάντησε εκείνος αυστηρά.
-“Επιθεώρητα, μήπως θα θέλατε να παραμείνουμε κατά την διάρκεια της ανάκρισης;” ρώτησε ο κοντοτιέρος.
-“Όχι ευχαριστώ, όλα εντάξει.
Καθίστε κε Μάρκου. Είμαι η επιθεωρητής Μαρία Ρίζου και ερευνώ τις συνθήκες του θανάτου της ξαδέλφης σας, Δήμητρας Ζησοπούλου.”
-“Τι είναι να ερευνήσετε; Η Δήμητρα είχε αυτοκινητιστικό δυστύχημα, τι συνθήκες και κουραφέξαλα…”
-“Είστε σίγουρη ότι δεν θέλετε να μείνει κάποιος από εμάς;” επέμενε ο ψηλός αστυνομικός ανεβάζοντας την ένταση της φωνής του γιατί ήταν ήδη έξω στον διάδρομο.
-“Ναι, χαίρεται” απάντησε ενοχλημένα κλείνοντας την πόρτα του γραφείου της.

“Λοιπόν κε Μάρκου τι μπορείτε να μου πείτε για την κα Ζησοπούλου;”
-“Τι να σας πω; Αν η Δήμητρα δεν ήταν ξαδέρφη μου, δεν θα υπήρχε λόγος να ανταλλάξομε ούτε μια λέξη μεταξύ μας. Ενα κακομαθημένο παλιοκόριτσο ήταν. Πάντα προσπαθούσε να τραβήξει την προσοχή των άλλων. Από μικρή. Δες με παππού πως παίζω φλογέρα, δες παππού πως φτιάχνω κασκόλ, δες την ζωγραφιά, δες το ένα, δες το άλλο. Αχ, και ποσό δυστυχισμένη είμαι, αχ και πόσο χρειάζομαι να μου δείχνετε πως με αγαπάτε, και πόσο καλή είμαι στον παππού, και πως του κάνω παρέα, ενώ ο Αντώνης τίποτε δεν κάνει. Άχρηστος βέβαια ο Αντώνης, αλλά όταν δυσκολέψανε τα πράγματα για τον παππού, εγώ μετακόμισα μαζί του, και όχι εκείνη. Αλλά εκεί, να μου κάνει παρατηρήσεις και δεν φέρονται έτσι, και γιατί το λες αυτό, εγώ που όταν πάω ταξίδια στέλνω στο παππού κάρτες και σουβενίρ. Εκείνη σουβενίρ, εγώ όμως έτρωγα μέρα νύχτα την γκρίνια του, μέρα νύχτα τις υποδείξεις για να στρώσει η ζωή μου. Ούτε η δουλειά μου δεν του άρεσε. Οι ασφάλειες δεν είναι ειλικρινείς δουλειές. Και το hobby μου, και αυτό το καταδίκαζε.
Πεταμένα λεφτά είναι, και βαλε τα καλύτερα στην άκρη. Πως θα κάνεις οικογένεια κάποτε… Τέλος πάντων, τουλάχιστον δεν τσιγκουνεύτηκε στην κληρονομιά. Αλλά και εκεί να με κοντράρει. Δεν μου άφησε άπλα και μόνον το οικόπεδο στην Πάτρα, παρά έβαλε και αυτή την ηλίθια να μου ψήνει το ψάρι στα χείλη. Βρήκα αγοραστή άλλα δεν ήθελε να υπογράψει να πουληθεί το οικόπεδο. Γιατί; Γιατί νομίζει ότι τα ξέρει όλα και ότι μόνον τα δικά της ενδιαφέροντα έχουν νόημα. Όλα τα υπόλοιπα είναι άπλα χάσιμο χρημάτων.”

-“Tι συμβαίνει τώρα με το οικόπεδο μετά τον θάνατο της Ζησοπούλου;”
-“Καλή ερώτηση, δεν έπιασα στο τηλέφωνο τον δικηγόρο μου, για να τον ρωτήσω αν μπορώ να το πουλήσω και χωρίς την υπογραφή της κας Τέλειας.”

-Συνεχιζεται-

ΥΓ. H ιστορία και τα πρόσωπα της αστυνομικής ιστορίας είναι φανταστικά και ουδεμία ομοιότητα έχουν με καταστάσεις και πρόσωπα της πραγματικότητας.

ΥΥΓ. “Στερνή μου γνώση να σε΄χα πρώτα”, θα έλεγε η γιαγιά μου. Άλλαξα την τελευταία πρόταση. Πάλι ισχύει ότι, όσοι διάβασαν το κείμενο εχθές το βράδυ καταλαβαίνουν τι λέω, όσοι τώρα ας αγνοήσουν το σχόλιο.

Aστυνομικο (Τα χειμωνιατικα χρωματα της πολης)

Δευτέρα 11.20 πμ

Μόνη πλέον στο γραφείο της η επιθεωρητής Μαρία Ρίζου πληκτρολογούσε στον υπολογιστή το πρωτόκολλο των ανακρίσεων του μηχανικού αυτοκινήτων και του ανιψιού του αλλά το μυαλό της ήταν αλλού. Η ψυχολόγος δεν είχε επιστρέψει ακόμα από το νηπιαγωγείο. Ήταν περίεργη για την έκβαση των πραγμάτων, μπόρεσε άραγε να βρεθεί μια πρόσβαση επικοινωνίας με την μικρή Τριανταφυλλίδου; Σκεφτόντανε πως ήταν καλύτερα που δεν μπόρεσε να παρευρεθεί στο ραντεβού με τους γονείς αυτοπροσώπως. Ποιος ξέρει αν θα μπορούσε να συγκρατήσει την αγανάκτησή της αν ανακάλυπταν πως επρόκειτο για κακοποίηση ανήλικου με θύτες τους γονείς. Το μάτι της έπεσε στην ένδειξη της ώρας στον υπολογιστή. Σε μια ώρα περίπου θα ερχόταν ο Μιχαηλίδης, ο lover24 από το chat αλλά στο μυαλό της επικρατούσε ακόμα χάος. Προτίμησε να πάει μια βόλτα. Να κάνει δυο τρία βήματα γύρω από το τετράγωνο για να βάλει τις σκέψεις της σε μια σειρά. Ήταν κάτι σαν διαλογισμός αυτές οι βόλτες, βοηθούσαν το μυαλό και η κίνηση αλάφρωνε την διάθεση. Ιδιαίτερα σε μια τέτοια ωραία μέρα όπως εκείνης την Δευτέρας. Ο καιρός ήταν κρύος αλλά στεγνός, ο ουρανός γαλανός, που και που κανένα αραιό συννεφάκι και ο ήλιος πλημμύριζε όλα στο φως του. Φως όχι θέρμη. Θέρμη θα παρείχε σε καναδυό μήνες ξανά. Μέχρι τότε όμως δεν τσιγκουνευόταν με το φως του. Στην περιοδική κίνηση του χαλαρού περπατήματος όταν άρχιζε να αναλύει τα δεδομένα της υπόθεσης νοερά, ξεχνούσε την φασαρία του δρόμου, την πολυκοσμία, τα απαράδεκτα παρκαρισμένα αυτοκίνητα. Τα πόδια ήξεραν τον δρόμο, το μυαλό έψαχνε την άκρη και τα μάτια μισάνοιχτα νωχελικά απολαμβάνανε τα χειμωνιάτικα χρώματα της πόλης και το ζωτικό για όλους φως.

Έφερε στο μυαλό της την ανάκριση του μηχανικού αυτοκινήτων και την αναφορά στο όνομα του Αντώνη Μάρκου. Αναρωτήθηκε γιατί άραγε ακόμα δεν είχε πάρει σειρά μια συνάντηση με εκείνον; Ήταν παράνομη η πράξη του; Να πληρώσει σε είδος με ανταλλακτικά; Δεν τα πούλησε. Τα έδωσε. Όσο το σκεφτόταν τόσο σιγουρευόταν για την παρανομία. Δεν τα έδωσε ως δώρο, παρά αντί χρημάτων, άρα ήταν κάτι σαν εμπορική συναλλαγή. Σε αυτήν την περίπτωση θα έπρεπε τουλάχιστον να έχει αποδείξεις αγοράς, αλλιώς η διακίνηση των εξαρτημάτων ήταν παράνομη. Άσε που πλάνισε τον μηχανικό με το να ισχυρίζεται ότι ήσαν γνήσια. Λόγω έλλειψης χρόνου θα έβαζε να τον φέρουν με το περιπολικό. Το αποφάσισε, τι και αν ήταν υπερβολικό, ίσως και να τον εντυπωσίαζε το γεγονός και να τον παρακινούσε να μιλήσει περισσότερο προκειμένου να αλαφρύνει την θέση του. Τι ήξερε μέχρι τώρα για τον ξάδερφο της Ζησοπούλου;

Ή μήπως θα έπρεπε να ασχοληθεί με τον Μιχαηλίδη, μια που θα ήταν το επόμενο ραντεβού της;
“Οκ, chat” είπε στον εαυτό της δυνατά για να υπογραμμίσει την αλλαγή θέματος. Στο chat τα είπανε, ή μάλλον τα γράψανε τι άλλο μπορεί να της έλεγε ο Μιχαηλίδης που δεν το ήξερε ήδη; Το blog της Ζησοπουλου το είχε διαβάσει. Τα κείμενα των chat τα ήξερε, το τηλεφώνημα του το άκουσε. Τι άλλο υπήρχε; “Βλέποντας και κάνοντας” της ξέφυγε περιμένοντας μηχανικά στο κόκκινο φανάρι των πεζών. Όταν έγινε πράσινο συνέχισε τον περίπατο και τις σκέψεις της.

Το θύμα ήταν έγκυος λοιπόν. Το ήξερε; Μάλλον απίθανο αφού ήταν μόνον 3 εβδομάδων. Ποιος ήταν ο πατέρας; Ο Νικολόπουλος; Άμα είχαν μια σταθερή σχέση εδώ και τόσους μήνες δεν θα έπρεπε λογικά να είχε πάρει τα μέτρα της όσων αφορά την αντισύλληψη; Και τι ήταν αυτά περί έντονων σεξουαλικών επαφών; Τι συνέβη πριν 3 εβδομάδες; Πότε ήταν η συνάντηση των blogger;
Είχε την αίσθηση πως κάτι είχε ξεχάσει, αλλά δεν μπορούσε να το συγκεκριμενοποιήσει. Εκτός από τον Μιχαηλίδη και τον Μάρκου είχε μιλήσει με όλους όσους είχαν αναφερθεί στις τηλεφωνικές κλήσεις.
“Έτσι δεν είναι;” ρώτησε δυνατά τον εαυτό της.
-“Πιο δυνατά παιδί μου γιατί δεν ακούω καλά…” απάντησε μια ηλικιωμένη κυρία που περνούσε συμπτωματικά δίπλα της φορτωμένη με δυο πλαστικές σακούλες γεμάτες ψώνια κοιτώντας την με απορία.

-“Κε Μιχαηλίδη σας ευχαριστώ πολύ που ήρθατε, καθίστε. Τι να σας προσφέρω;” ρώτησε η Μαρία Ρίζου τον νεαρό που μπήκε στο δωμάτιο που ήταν το γραφείο της λίγα λεπτά μετά τις δωδεκάμιση. Του έδειξε ένα από τα καφέ καθίσματα για τους επισκέπτες. Εκείνη κάθισε στην μπλε καρέκλα της. Ενδιάμεσα τους το γραφείο της σε μαύρη φορμάικα, με το μπεζ μόνιτορ, το πληκτρολόγιο και την καδραρισμένη φωτογραφία της κόρης της επιθεωρητού στραμμένη προς την κατεύθυνσή της. Στα πόδια της κάτω από το γραφείο ο υπολογιστής εμπόδιζε να σύρει την καρέκλα της πιο κοντά.
-“Ευχαριστώ δεν χρειάζομαι τίποτε. Σε τι μπορώ να σας βοηθήσω;”

-“Όπως σας είπα στο τηλέφωνο”, άρχισε η Ρίζου, “με ενδιαφέρουν τα ηλεκτρονικά ημερολόγια στο ίντερνετ. Τι μπορείτε να μου πείτε για τα blog;”
-“Το βρίσκω αξιοπερίεργο που ρωτάτε την άποψή μου. Είμαι σχετικά νέος στο χώρο, άρχισα πριν 3 μήνες… Τι μπορώ να σας πω για τα blog; Το ότι είναι κάτι σαν ένα ημερολόγιο με την διαφορά ότι είναι δημόσιο, σας είναι μάλλον ήδη γνωστό. Ο καθένας γράφει ότι θέλει, δεν υπάρχει λογοκρισία, εκτός από αυτήν που θέτει κανείς στον εαυτό του. Ένας blogger μπορεί να γράφει για όλα και για τίποτε, μπορεί να συζητάει περί κουλτούρας, να βάζει φωτογραφίες από τα οικιακά του ζώα, να συντάσσει ποιήματα για άτυχες αγάπες, να βρίζει όλους και όλα, να γράφει για τις συνήθειες του και το τρόπο που σιδερώνει ή που συμμαζεύει το σπίτι του, να βάζει συνταγές για βάφλες, να οργίζεται για την θρησκευτική ηγεσία της εκκλησίας. Τα blog είναι ότι πιο δημοκρατικό έχω δει ποτέ, όλα επιτρέπονται, όλοι και όλα.”

-“Το blog της Δήμητρας Ζ. το ξέρετε;”
-“Ναι, είναι ένα από αυτά που διαβάζω τακτικά. Όμως έχει να κάνει καινούργιο post εδώ και 5 μέρες, αναρωτιέμαι που να έχει πάει, αλλά μάλλον θα το διαβάσουμε στο επόμενο post της. Συνηθίζεται να γράφει κανείς στο blog ένα φεύγω και ένα γύρισα όταν είναι να λείψει για τον άλφα ή βήτα λόγο. Είμαστε σαν μια παρέα. Αν κάποιος δεν εμφανίζεται με τα κείμενά του, ανησυχούμε και αναρωτιόμαστε αν του συνέβη κάτι και σκεφτόμαστε που άραγε χάθηκε. Καταλαβαίνετε τι εννοώ;” είπε και χωρίς να περιμένει να πάρει απάντηση συνέχισε…
“Τις προάλλες είχα κάνει chat και με την κοπελιά που το γράφει. Έχει κλείσει τα σχόλια και το chat είναι ο μόνος τρόπος για επικοινωνία. Είναι πραγματικά απίθανη κοπέλα.”

-“Το τηλέφωνό της δεν το είχατε;”
-“Όχι, πριν ένα μήνα σχεδόν την γνώρισα σε μια συνάντηση των blogger. Τόσα άτομα, τόσο μικρή η βραδιά, δεν είχαμε πολύ χρόνο στην διάθεσή μας. Μου είπε όμως φεύγοντας το ψευδώνυμό της, αν έμπαινε στο chat room μπορούσα να της στείλω κανένα μήνυμα. Την έψαχνα από καιρό εις καιρό, αλλά δεν την έβρισκα, μέχρι την προηγούμενη Τετάρτη που είχα τύχη. Είναι μια πολύ ενδιαφέρουσα κοπέλα, αλλά γιατί με ρωτάτε;”

-“Γιατί η Δήμητρα Ζησοπουλου, όπως λέγεται η Δήμητρα Ζ. στην πραγματικότητα, είχε ένα αυτοκινητιστικό δυστύχημα και προσπαθώ να βρω τον υπαίτιο του θανάτου της.”
-“Ωωω”, ξέσπασε ασυναίσθητα ο Κώστας Μιχαηλίδης, και για μια από τις λίγες φορές ίσως στην ζωή του του έλειπαν τα λόγια να σχολιάσει τα υποθέντα κάποιου.

-Συνεχίζεται-

ΥΓ. H ιστορία και τα πρόσωπα της αστυνομικής ιστορίας είναι φανταστικά και ουδεμία ομοιότητα έχουν με καταστάσεις και πρόσωπα της πραγματικότητας.

Aστυνομικο (Μυστικα)

Η παιδοψυχολόγος αναγνώριζε την αγωνία του πατέρα ως γνήσια. Δεν ήταν τόσο αυτά που είπε, όσο ο τρόπος με τον οποίο ζήτησε την βοήθεια. Ένας λόγος παραπάνω να βρούμε τα αίτια της αλλαγής της συμπεριφοράς του παιδιού αναλογίστηκε. Της έκανε εντύπωση που δεν ανέφερε καμία υπόνοια περί σωματικής ή σεξουαλικής κακοποίησης. Αναρωτιόταν αν είχε περάσει από το μυαλό του η πιθανότητα ή αν ήταν της άποψης ότι κάτι τέτοιο συμβαίνει μόνον σε άλλους.
Μια διαδεδομένη συμπεριφορά όπου θεωρείται ότι μόνον άλλοι αρρωσταίνουν από καρκίνο, μόνον άλλοι παθαίνουν εγκεφαλικό, μόνον άλλοι μένουν άστεγοι γιατί έμειναν άνεργοι ή υπέστην οικονομικές δυσχέρειες, μόνον άλλοι χάνουν από αυτοκινητιστικό δυστύχημα ένα αγαπημένο πρόσωπο.

Της φαινόταν πολύ σημαντικό στην προκειμένη περίπτωση όμως να αποκλειστεί το ενδεχόμενο της κακοποίησης. Το γεγονός και οι επιπτώσεις του και μόνον ήσαν τραγικές. Οι στατιστικές δείχνουν όμως πως τις περισσότερες φορές οι θύτες προέρχονται από τον στενό οικογενειακό ή φιλικό περιβάλλον του ανηλίκου και δεν είναι κάποιοι εντελώς άγνωστοι όπως θα υπέθετε κανείς. Κάτι τέτοιο αυξάνει το ήδη ακατανόμαστο της κατάστασης σε υπέρμετρο βαθμό.
Το 16% των κοριτσιών στην Ελλάδα έχουν κακοποιηθεί σωματικά ή σεξουαλικά και το 6% των αγοριών έχουν υποστεί παρόμοια βία. Οι μακροχρόνιες επιπλοκές σε άνδρες και γυναίκες που κατά την παιδική ηλικία υπέστησαν σεξουαλική κακοποίηση ήταν ένα τεράστιο πρόβλημα. Ο κίνδυνος για προβλήματα στην υγεία, στις κοινωνικές και οικογενειακές σχέσεις των θυμάτων, είναι μεγάλος. Ψυχικές παθήσεις, εθισμός στα ναρκωτικά, στο αλκοόλ και συζυγικές διαμάχες περιλαμβάνονται μεταξύ των δυσάρεστων καταστάσεων που βασανίζουν τα θύματα στην ενήλικη τους ζωή. Πολύ λίγες πληροφορίες υπήρχαν για το τι συνέβαινε στα αγόρια που κακοποιήθηκαν σεξουαλικά, όταν ενηλικιώνονταν. Οι έρευνες για τις μακροχρόνιες επιπλοκές της σεξουαλικής κακοποίησης των παιδιών είχαν μέχρι τώρα επικεντρωθεί κυρίως στις γυναίκες.

-“Τότε προτείνω να μου στείλετε την μικρή” είπε στην διευθύντρια. “Θα είναι καλύτερα να την δω μόνη μου, όταν τελειώσω θα σας ξανακαλέσω” πρόσθεσε και αυτήν την φορά απευθυνόταν στους γονείς της Βάσω Τριανταφυλλίδου.

Είχε φέρει μαζί της κούκλες με ανατομικά χαρακτηριστικά των ανθρώπινων σεξουαλικών οργάνων. Αν η μικρή ενδιαφερόταν ιδιαίτερα και έπαιζε σκηνές σεξουαλικών επαφών, πολύ πιθανόν να ήταν το πρόβλημα που αντιμετωπίζει σεξουαλική παρενόχληση ή κακοποίηση.
Αν αντίθετα χρησιμοποιούσε τις κούκλες με βίαιο τρόπο, μάλλον θα είχε ζήσει κάποια σωματική κακοποίηση χωρίς σεξουαλική υφή.
Κάποτε βάζανε τα παιδιά να ζωγραφίζουν και επεξηγούσαν τα αποτελέσματα με βάση τα χρώματα και τις φόρμες, όμως αυτός ο τρόπος ήταν ξεπερασμένος γιατί ο καθένας θα μπορούσε υποκειμενικά να προσδιορίσει διαφορετικά το αρχικό νόημα των εικόνων ή των προθέσεων των παιδιών.

Η διευθύντρια άνοιξε την πόρτα του γραφείου της και την κράτησε προκείμενου να περάσει μέσα η μικρή Τριανταφυλλίδου. Ένα κοριτσάκι με σκούρα πυκνά μαλλιά, μαζεμένα σε δυο κοτσίδες, μια αριστερά και μια δεξιά πάνω από τα αυτιά της. Φορούσε ένα καφέ βελούδινο φορεματάκι, μπεζ καλσόν και μπλε δερμάτινα μποτάκια. Θα ήταν ένα χαριτωμένο κοριτσάκι αν χαμογέλαγε, αλλά εκείνη την στιγμή δεν το έκανε, παρά έσφιγγε στην αγκαλιά της ένα χνουδωτό κουκλάκι σε σχήμα σκύλου. Είναι ο πιστός μου φύλακας θα εξηγούσε αργότερα στην παιδοψυχολόγο όταν θα την ρωτούσε. Η διευθύντρια του νηπιαγωγείου εξήγησε στην Τριανταφυλλίδου ότι είχε να κάνει μια δουλειά και έπρεπε να την περιμένει για λίγο στο γραφείο της. Άμα ήθελε μπορούσε να παίξει όσο θα ήταν εκεί με τις κούκλες, η δεσποινίς θα της έκανε παρέα για να μην είναι μόνη της.

Η Βάσω Τριανταφυλλίδου δεν περίμενε δεύτερη κουβέντα, έτρεξε να κοιτάξει τις γυμνές κούκλες που ήταν αφημένες στην αντίθετη πλευρά του τραπεζιού από όπου καθότανε η ψυχολόγος της αστυνομίας. Ήσαν περίεργες αυτές κούκλες, δεν είχε ξαναδεί τέτοιες ούτε άλλες παρόμοιες στα σπίτια από τις φίλες της. Με τον χνουδωτό σκύλο στο δεξί της χέρι αγκαλιά και χωρίς να παίρνει θέση στην καρέκλα άρχισε να τις περιεργάζεται.

-“Είναι δικές σου;” ρώτησε την ψυχολόγο, “μπορώ να της παίξω;”
-“Δικές μου είναι, μπορείς να παίξεις όμως άμα θέλεις.”

Η μικρή άφησε τον σκύλο της στην καρέκλα δίπλα της.
-“Εσύ θα καθίσεις εδώ” του είπε. “Να είσαι ήσυχος και να μην κάνεις φασαρία. Σσσσς μην μας ακούσει κανείς, θα είναι το μυστικό μας. Σσσσς” επανέλαβε κάνοντας την χαρακτηριστική κίνηση με το δείκτη που ακουμπά κάθετα τα κλειστά χείλη.

Πήρε τις κούκλες στα χέρια της. Τις κράτησε πρόσωπο με πρόσωπο και τις μετακίνησε λες και χορεύαν.
“Αχ, δεν γίνεται έτσι” είπε. Μετακίνησε την κούκλα με τέτοιο τρόπο σε σχέση προς τον κούκλο ώστε το πρόσωπό της να βρίσκεται στο ύψος του όργανού του και άρχισε να την φέρει μια κοντά μια μακριά από τον κούκλο.
“Για δες,” είπε στον σκύλο της, “άμα είσαι κάλο και ήσυχο σκυλάκι μπορείς και εσύ σε λίγο να πάρεις λίγο από το ζαχαρωτό, σου αρέσει δεν σου αρέσει το ζαχαρωτό μου; Για δες μεγάλωσε.”

Μια αδιανόητη αίσθηση αηδίας έπιασε την ψυχολόγο και κράτησε με το χέρι σφιχτό κλειστό το στόμα της στην προσπάθεια να σταματήσει την τάση εμετού που της ήρθε παρακολουθώντας την σκηνή του παιχνιδιού. Ένιωσε το δέρμα στα μπράτσα της κάτω από το πουλόβερ να ανατριχιάζει και ένα ξαφνικό ψύχος στο στέρνο της. Πήρε μια γερή γουλιά νερό από το ποτήρι της και ρώτησε την μικρή…

-“Δεν το ξέρω το παιχνίδι που παίζεις, που το έχεις μάθει;”
-“Δεν μπορώ να σου πω, είναι μυστικό.”

-“Αχ κρίμα… στον σκύλο το έχεις πει;”
-“Ναι, ο σκύλος είναι ο πιστός μου φύλακας, δεν έχω μυστικά, του τα λέω όλα.”

-“Αγαπάς τα σκυλάκια;”
-“Ναι, θα ήθελα να έχω ένα, αλλά η μαμά δεν αφήνει.”

-“Πως τον λένε τον σκύλο σου;” ρώτησε και έδειξε τον χνουδωτό κούκλο στο σχήμα σκύλου.
-“Έκτορα.”

-“Ωραίο όνομα, ωραίο αλλά και σπάνιο, πως και το διάλεξες;”
-“Έκτορας λέγεται ο σκύλος του Γαβρίλη που πάω και παίζω. Άαααααα” είπε η Βάσω Τριανταφυλλίδου και ακούμπησε με το δεξί της χέρι το στόμα της. “Αυτό ήταν μυστικό και δεν έπρεπε να σας το πω.”

-Συνεχίζεται-

ΥΓ. H ιστορία και τα πρόσωπα της αστυνομικής ιστορίας είναι φανταστικά και ουδεμία ομοιότητα έχουν με καταστάσεις και πρόσωπα της πραγματικότητας.