Ist es besser so?

Manchmal habe ich das Gefühl, dass ich von meiner Umgebung absorbiert werde. Nicht ganz, nicht auf einmal, Stückchen für Stückchen, immer ein bisschen. Ein Stückchen bleibt von mir hier weg, ein anderes Stückchen woanders, da noch eins und dort noch eins.
Manchmal habe ich das Gefühl, ich bin nur ein Teil von dem, was ich mal war. Ein Kleines nur, dass immer kleiner und immer weniger wird.
Nein, es ist nicht so, dass ich Angst habe, dass es mich nicht mehr geben wird, dass es keine ViSta mehr geben wird. Nein. Mein Problem ist, dass für jedes Stückchen, welches mir entnommen wird, ein anderes Teil an seinen Platz kommt. Ein fremdes Teil, das nicht zu mir gehört, es ist nicht ‘ich’, es ist nur etwas was man/frau mit sich herum trägt, damit die Rechnung zwischen Plus Minus weiterhin eine Null ergibt. Manchmal erkenne ich mich nicht wieder. Bin ich es wirklich immer noch? Ich mache Dinge, die nicht meinen Prinzipien entsprechen. Wie kann ich dieser Jemand sein, der bei manchen wichtigen Dingen mit solcher Gleichgültigkeit reagiert? Wie konnte es überhaupt zu solch einer Verschiebung der Prioritäten kommen?

Bilde ich es mir ein? Ist es eine Phase?
Und falls es nicht vorübergehend ist, ist es vielleicht besser so?

Ανάκατες σκέψεις

Βλέπεις, νιώθεις, ξέρεις πως κάτι δεν πάει καλά.
Πράτεις, ενεργείς, αντιδράς όπως γνωρίζεις ό,τι δεν είναι σωστό.
Η απόφαση δύσκολη, μα πιο δύσκολη η συνέπεια.
Μοναξιά ο μεγαλύτερος εχθρός, αγάπη η εντονότερη ανάγκη σου.
Ποιος είσαι όταν δεν επιθυμείς;
Ποιος είσαι όταν ξεκαρδίζεσαι;
Ποιος είσαι όταν οι άλλοι σε επαινούν;
Ποιος είσαι όταν τα βράδια μόνος σου κοιμάσαι;
Πόσα πολλά περισσότερα μπορείς που δεν τα υποπτεύεσαι;
Πόσα ακόμα λυπητερά ή χαρούμενα στο δρόμο σου θα βγουν;
Ποιος ο δρόμος σου και ποια η ζωή σου;

Ιστορικό μιας αγάπης

Ελπίδες δεν είχα στην αρχή, απλά χάρηκα όταν ξαφνικά σε βρήκα. Σιγά σιγά μια ζεστή θέση στην καρδιά μου όμως πήρες.
Τώρα, τόσο καιρό μετά, ποιος ξέρει αν όλα αυτά άθελά σου συνέβησαν, μάλλον τότε συμφωνούσες.

Αλλιώς δε εξηγείται πως μια τέτοια ιδέα από εσένα προήλθε.

Και όμως ο καιρός περνά, και με αυτόν περάσαμε και εμείς σε άλλες φάσεις. Τη μια καλές και ήσυχες, την άλλη έντονες και επικίνδυνες. Ψάξαμε τα όριά μας, και όταν τα βρήκαμε τρομάξαμε. Μας τρόμαξε το όριο. Μας τρόμαξε ο εαυτός μας, μας αποσβόλωσε η ύπαρξη του άλλου και του τοίχους ενδιάμεσά μας. Το τοίχος που ο ένας με προσοχή τριγύρω του έχτιζε, αυτό που ο άλλος με χαρά σε ένα λεπτό θα γκρέμιζε.

Όχι δε λέω, κάποτε κάποτε ξεχνιώμασταν, κάποτε κάτι συνέβαινε και αναιρούσε την πρόθεση, κάποτε βρίσκαμε τρόπο και στιγμή. Πόσο ολοκληρωμένη ένοιωθα τότε…

Πόσες φορές όμως στο άλλο άκρο βρισκόμουν; Δικιά μου ζωή δεν είχα, το χρόνο μου στη δικιά σου απουσία προσπαθούσα να γεμίσω.

Δεν ήταν η λύση ήξερα, μα δεν είχα δυνάμεις ούτε για τίποτε άλλο ώσπου τελικά μια σταγόνα μόνον άρκεσε και έκανε το βαρέλι να ξεχειλίσει.

3 1/2 χρόνια διήρκεσε η προσπάθειά μας, λίγο ως πολύ κοινή προσπάθεια. Τριάμισι χρόνια προστείθονται τώρα στο λογαριασμό που κάνουμε στην καρδιά μας, εκεί που καταχωρούμε όλες αυτές τις μικρές ή μεγάλες αγάπες που πέρασαν από την ζωή μας.