H δροσιά του πράσινου

“Θές καφέ;”
“Φυσικά, τι ερώτηση, έχεις χρόνο;”
“Όχι, αλλά θα τον κλέψω.”

“Τι καλά” σκέφτηκε. Ήξερε το στενό χρονικό πλαίσιό του και πως ήταν συνέχεια με την σκέψη του επόμενου επαγγελματικού ραντεβού. Γνώριζε όμως και πόσο όμορφα ένοιωθε εκείνη στην παρέα του που πραγματικά χάρηκε με την απάντησή του.

Έκλεισε το κινητό, τράβηξε την πόρτα πίσω της και κατέβηκε τα λίγα σκαλιά που χώριζαν τους δυο ορόφους. Δε χρειάστηκε να χτυπήσει την πόρτα του. Την βρήκε μισάνοιχτη και εκείνον από την άλλη πλευρά να την περιμένει.

“Ο καφές είναι έτοιμος” της είπε χαμογελώντας και έδειξε την πράσινη αχνίζουσα κούπα. Πήρε τον καφέ και κάθισε στην στην καρέκλα δίπλα του. Δε χρειαζόταν να δοκιμάσει για να ξέρει πως θα ήταν νόστιμος, τέλειος, όπως όλα όσα εκείνος ήθελε να τον περιβάλουν. Μια τέλεια μηχανή του καφέ, ή άλλες οικιακές συσκευές, ένα τέλειο μεγάλο ξύλινο τραπέζι με βελούδινες καρέκλες, μια τέλεια εικόνα κάποιας βουδιστικής θεότητας. Τέλεια όπως πάντα. Τέλεια όπως η κουζίνα με τους πράσινους τοίχους ή όπως ο ιδιοκτήτης της.
“Εγώ, τέλειος” θα απορούσε αν του το έλεγε.
“Μα φυσικά” θα απαντούσε εκείνη με χαμόγελο.
“Για μένα είσαι τέλειος όπως και να συμπεριφέρεσαι, όπως και να είσαι ντυμένος…” θα σκεφτόταν όσο θα τον φιλούσε γλυκά στο στόμα.


Καλημέρα

Συγχώρεση…

Πως συγχωρά κανείς κάποιον; Πόσος χρόνος απαιτείται; Βοηθά αν ζητήσει εκείνος πρώτα συγνώμη; Αν έχει γεράσει; Αν έχει αρρωστήσει; Αν περνά καλά ή όχι; Αν κατάλαβε το λάθος του ενδιάμεσα;
Είναι απαραίτητος ο τωρινός ρόλος του άλλου για την συγχώρησή του από εμάς; Δεν είμαστε εμείς, αυτοί που αποφασίζουν να αναιρέσουν μια “κατάρα”; Δεν είμαστε εμείς που “ξεπερνάμε” την κατάσταση, συνειδητοποιώντας πως το αλάθητο δεν ισχύει για κανένα; Ούτε για εμάς αλλά ούτε και για τους άλλους. Πως κολλώντας σε αυτό που κάποτε συνέβη, χάνουμε το τώρα και ναρκοθετούμε το μέλλον;
Συγχώρεση δεν ζήτησες.. αλλά νομίζω που είναι πλέον καιρός να την λάβεις… Όχι, δεν είμαι γενναιόδωρη, δεν το κάνω για σένα, αν σε συγχωρώ, σε συγχωρώ για μένα…

Καλησπέρα

Έμπνευση

Πόσο την ποθούσε αυτήν την αίσθηση, πόσο μα την αλήθεια την ήθελε στη ζωή της, την χρειαζόταν βαθιά, έντονα, ξανά δική της. Την ποθούσε, και αν ήταν στο χέρι της θα την είχε επαναληπτικά, θα την κρατούσε μέσα της, δε θα την άφηνε ποτέ να χαθεί, θα υπήρχε στην ύπαρξή της. Αλλά δυστυχώς δεν ήταν στο χέρι της αν θα την συναντούσε. Δεν μπορούσε να την ελέγξει, δεν ήταν δυνατόν να πει ποτέ με σιγουριά πότε θα την έβρισκε, αν θα την ξαναέβρισκε. Δεν ήταν πως δεν της έδινε ευκαιρία, να της εμφανιστεί. Δεν ήταν πως δεν προσπαθούσε να την συλλάβει, προσπαθούσε, αλλά έτσι είναι αυτά μερικές φορές. Όσο πιο πολύ θέλεις κάτι, όσο πιο πολύ το χρειάζεσαι τόσο σίγουρο είναι πως δεν θα σου δοθεί. Λες και κάποιος, ένα αόρατο κάτι επίτηδες το κάνει να σου αρνηθεί τη χαρά. Λες και υπάρχει κάποιος που έχει τη δύναμη να ορίζει τι ζεις, και τι νιώθεις. Λες και υπάρχει κάποιος που άλλη δουλειά δεν έχει από το να σου κάνει την ζωή δύσκολη. Άλλη έννοια δεν έχει, από το να σε κρατήσει μακριά από εκείνην. Εκείνη, εκείνη, τη θυμάσαι άραγε ακόμα; Θυμάσαι αυτό που πραγματικά ήταν ή αυτό που ενδιάμεσα το ρομαντικό μυαλό σου δημιούργησε; Αφαιρώντας ότι αρνητικό, προσθέτοντας όχι ό,τι υπήρξε αλλά ό,τι θα ευχόσουν να είχε συμβεί; Ποιος μπορεί πλέον να ξεχωρίσει όμως τι είναι αλήθεια, και τι όχι. Ποιος έχει το χρόνο, ποιος τη διάθεση, ποιος ασχολείται; “Κανένας” θα μου πεις, “δεν βλέπω ποιον νοιάζει…” Όμως θα κάνεις λάθος γιατί για σένα αν μη τι άλλο το θέμα έχει βάρος. Για σένα, και ίσως μόνον για σένα, υπάρχει ένα νόημα σε όλα αυτά που θυμάσαι. Για σένα, και μάλλον μόνον για σένα, υπάρχει ακόμα και σε αυτό που το μυαλό σου δημιούργησε αλήθεια. Για σένα είναι αλήθεια αυτό που πιστεύεις, αυτό που νιώθεις, αυτό που επιθυμείς ξανά στο δρόμο σου να βρεις. Για σένα πλέον και μόνον για σένα έχει σημασία αν θα βρεθείς για ελάχιστα δευτερόλεπτα ξανά στον εκπληκτικό χώρο της έμπνευσης. Σε εκείνο το χώρο όπου θα ήθελες πάντα να είσαι… Στο ταξίδι του μυαλού σου, στο πιο συναρπαστικό. Εκεί που τίποτε δεν λειτουργεί βάση λογικής, όπου μόνον οι αισθήσεις μετρούν, όπου ο χρόνος περνά ανάποδα, η αριθμητική αναιρείται, όπου οι άνθρωποι δεν είναι το κέντρο του κόσμου, όπου το χρήμα δεν υπάρχει, όπου τα αστέρια χαμογελαστοί κοντινοί σύντροφοι σε σαγηνεύουν με το απαλό τραγούδι τους. Ένα τραγούδι πρόσκληση για ένα ταξίδι χωρίς σχέδιο, χωρίς αποσκευές, χωρίς στόχο, χωρίς εφόσον και εάν, ένα ατέλειωτο ταξίδι ηδονής και δημιουργίας…


Καληνύχτα