Χωρίς λόγια

Laterne

Κόκκινα μαύρα όνειρα

Σου έχει συμβεί ποτέ να δεις ένα σπίτι και να το ερωτευτείς; Να περάσεις από μπροστά του, να μπεις ίσως μέσα και να σκεφτείς πόσο όμορφο είναι και πόσο ευτυχείς θα πρέπει να είναι αυτοί που ζουν σε αυτό; Το ξέρεις αυτό; Σου έχει συμβεί; Εμένα λοιπόν μου συνέβη.
Θα ήταν εφτά χρόνια που έτυχε να πάω για πρώτη φορά. Δεν είμαι σίγουρη ποιος ήταν ο λόγος. Χρειαζόμασταν ένα συγκεκριμένο καλώδιο, ένα σκληρό δίσκο; Ένα πακέτο προγράμματος; Δε θυμάμαι… αυτό που θυμάμαι είναι πως πάω με τα πόδια κατά την διάρκεια ενός μεσημεριανού διαλείμματος, είδα το κτήριο από μακριά, με εντυπωσίασαν τα κόκκινα τούβλα και την αντίθεση που έκαναν με τους άσπρους τοίχους, τα ξύλινα δοκάρια που στήριζαν τον μπαλκόνι στον δεύτερο όροφο, η μαύρη ξύλινη κατασκευή κάτω από την σκεπή, τα κόκκινα κεραμίδια.
Χτύπησα το κουδούνι και κάποιος ευγενικός και ευδιάθετος νεαρός μου άνοιξε. Μπήκα και βρέθηκα σε μια ψηλοτάβανη είσοδο, οι τοίχοι βαμμένοι κόκκινοι, μια υπέροχη ξύλινη σκάλα στα αριστερά, ανοιχτή πόρτα μπροστά, κάποιες άλλες αριστερά και δεξιά, κλειστές. Το δάπεδο με πλακάκια χρόνων, τα σχέδια πάνω τους έδειχναν πως κάποιοι τοίχοι ήταν πιο πρόσφατοι. Μια ξύλινη μαύρη κατασκευή στα αριστερά έκλεινε το χώρο κάτω από την σκάλα. Τρίξιμο ξύλου ακούστηκε σύγχρονο με τα βήματα κάποιου που την κατέβαινε. Αργότερα θα μάθαινα σε πόσες άλλες περιπτώσεις πέρα από την ανθρώπινη παρουσία τρίζει. Διέσχισα την ανοιχτή πόρτα και βρέθηκα σε ένα φωτεινό δωμάτιο με μεγάλα παράθυρα. Τα έπιπλα μέσα, μοντέρνα και ανάλογα ενός μαγαζιού που πουλά software ή hardware. Μπορεί το δάπεδο να ήταν εδώ απομίμηση ξύλου αντοχής αλλά του πήγαινε. Ζήτησα αυτό που ήθελα, μου δώθηκε, πλήρωσα, ευχαρίστησα για την εξυπηρέτηση και έφυγα. Στο δρόμο της επιστροφής σκεφτόμουν πόσο ωραίο κτήριο και τι ωραίος χώρος δουλειάς ήταν. Πόσο τυχερούς θεώρησα τους υπάλληλους αλλά και τους κατοίκους, και ας μην είχα δει τους άλλους ορόφους…

Πριν 4 χρόνια σε γνώρισα. Πριν 2 χρόνια μετακόμισα εδώ. Τώρα συνειδητοποιώ πόσο νωρίς είχαν αρχίσει το όνειρα που είχα κάνει για αυτό το όμορφο σπίτι… Τότε χωρίς εσένα.
Χαίρομαι που σε γνώρισα, χαίρομαι που ζω εδώ τώρα, κοντά σου.


Καλησπέρα

Το απρόσμενα μπλε χαμόγελο

“Ήταν αλήθεια τόσο μπλε;” θαύμασε κοιτάζοντας την φωτογραφία που τυχαία έπεσε στα χέρια της όσο συγύριζε κάποια χαρτιά του γραφιού στα πεταχτά. Ένα παιδί με θαλασσιά γιαλάκια κολύμβησης, ξαπλωμένο στην άσπρη παραλία. Πίσω του μια κρυστάλλινη ήρεμη θάλασσα. Γαλάζιος ουρανός στον ορίζοντα. Θυμήθηκε τις ζεστές ακτίνες που χάιδευαν το σώμα. Ένοιωσε να χαλαρώνει…
Θυμήθηκε τη δροσιά της βουτιάς. Την περιέργεια του τι να κρύβεται πίσω από το επόμενο ακρωτήρι και την ευχάριστη κούραση μετά το κολύμπι. Την αίσθηση του κόκκινου από τον ήλιο δέρματος, της άμμου στα γυμνά πέλματα, τη γλυκιά γρανίτα, τον ευγενικό μπαρίστα και το κομμάτι τούρτας που ανέλπιστα της προσεφέρθη. Ο πονοκέφαλος άρχισε να απαλύνεται…
Είχε περάσει όμορφα, χωρίς να το καταλάβει. Είχε ξεκουραστεί, είχε αφήσει το χρόνο να περάσει χωρίς λόγο.

“Τελικά ήταν καλή ιδέα” έπρεπε να αναγνωρίσει. Δεν μπορούσε να το εξηγήσει αλλά κατά την διάρκεια της προετοιμασίας κάτι την είχε ενοχλήσει και είχε πιστέψει πως θα ήταν καλύτερα αν δεν έκαναν εκείνο το ταξίδι. Δε μπορούσε να προσδιορίσει τον λόγο, αλλά είχε μια προαίσθηση πως δεν θα τα πηγαίναν καλά οι τέσσερίς τους η οποία δεν αναιρέθηκε όταν βρέθηκαν εκεί. Αλλά να που έρχεται μια φωτογραφία, να που έρχονται κάποιες μέρες μετά τις διακοπές για να συνειδητοποιήσει κανείς, για άλλη μια φορά, πως η πραγματικότητα ήταν μια άλλη.
Ένα αδιόριστο συναίσθημα, μπλε σαν τον ουρανό, γαλανό σαν τη θάλασσα, διάφανο σαν τα ψαράκια στο ακρογιάλι, αλαφρό σαν το ζεστό αεράκι γέμισε την ατμόσφαιρα και εκείνη χειμερινός κολυμβητής στη μέση του σαλονιού…

“Κρίμα που δε το είχα καταλάβει όσο ήταν καιρός” συλλογίστηκε. “Κάλιο αργά παρά ποτέ” έπρεπε σχεδόν αυτόματα να συμπληρώσει. Το βλέμμα της γύρισε στη φωτογραφία. Ένα παιδί με θαλασσιά γιαλάκια κολύμβησης, ξαπλωμένο στην άσπρη παραλία. Πίσω του μια κρυστάλλινη ήρεμη θάλασσα. Γαλάζιος ουρανός στον ορίζοντα…


Καληνύχτα