Ητε Θαλασσα ητε ποταμακι;

Μερικες φορες ζηλευω τους ανθρωπους που δεν αμφιβαλουν για τον ευατο τους.
‘Ητε γιατι ειναι σιγουροι οτι πρατουν σωστα, ήτε γιατι δεν εχουν διαθεση να ανακατευσουν τα λιμναμενα νερα.
Και ζουν χρονια ησυχοι και ευχαριστημενοι.
Χωρις να αναρωτιουνται αν χρειαζεται να αλλαξουν κατι στην συμπεριφορά τους, τις συνηθειες τους ή τη ζωή τους.
Αν ηταν να φτιαξω μια εικονα της αισθησης που μου κανει η ζωη τους, θα ηταν ενα ποταμακι με λιγο νερο που ρεει γρηγορα αλλα ελεγχομενα, σε μια στενη κοιτη, καθαρα οριοθετημενο.
Το ποταμακι ειναι σιγουρο σε ποια κoiτη θα κυλα το νερο του, δεν υπαρχουν εκπληξεις, δεν χρειαζεται να σκεφτεται, να αυτοελεγχεται, ο χωρος ασκει τον ελεγχο, και οχι εκεινο.

Αλλες φορες χαιρομαι που δεν ανηκω σ’αυτην την κατηγορια.
Που αναρωτιεμαι,
που μεγαλωνω,
που χαιρομαι
που αλλαζω,
που νοιωθω
που λυπαμαι
που αναρωνω
που σκεφτομαι
που αισθανομαι
που βελτιωνομαι
που ξαφνιαζομαι…

Δεν ειναι θεμα επιλογης.
Αλλα ειναι πραγματικα θεμα αποκλειστικοτητας;
Ητε Θαλασσα ητε ποταμακι;

Kυματα

Κυματα η ψυχη μου
κυματα ανακατωμενα
τρεμει η ψυχη μου
τρεμει για μενα

Δελφινι στο δiχτι
δελφινι χωρις αλλο
θαλασσα και φυκι
θαλασσα διχως γλαρο

Ψαχνει την λυση
ψαχνει την ισορροπια
βρησκει λυπη
βρησκει ανησυχια

Βαρεθηκα το δακρι
βαρεθηκα τη ζάλη
θελω τον ουρανο, το φεγγάρι
θελω τον ουρανο θαλασσι και πάλι

Σκέψεις

Η ανυπομονησία του ταξιδιού, οι δύο βαλίτσες που έγιναν τρεις στην επιστροφή, η έκπληξη όταν πρωτοπάτησα το πόδι μου στο Πανεπιστήμιο, η βραδιά στο Λονδίνο που δεν πέρασα γιατί προτίμησα να δοκιμάσω Guiness στο πρώτο cheese and wine.

Όταν κάνει πολύ κρύο θυμάμαι τις βόλτες στην παραλία του Brighton με -2, κόκκαλα να πονάνε και χιόνι να πέφτει στη θάλλασα.

Όταν κάνει ζέστη θυμάμαι ηλιοθεραπεία στο the Level και μάχη με παγωτό βανίλια του κιλού (από το φτηνό του Sainbury’s).

Αυτό το Γενάρη κλείνω εφτά χρόνια από το πρώτο ερασμιακό μου ταξίδι. Οι αναμνήσεις πια έχουν ξεθωριάσει και μην κάνεις καν τον κόπο να με ρωτήσεις τα ονόματα των τριάντα και νοματέων στις φωτογραφίες του άλμπουμ. Αλλά που και που, έτσι στα ξαφνικά, βλέπω κάτι, ακούω μια φωνή, μια μελωδία, μυρίζω τα φαγητά και ξαφνικά είμαι πάλι στο τρίτο έτος και ξεκινάω για το ταξίδι προς το Ελληνικό…