Όταν ήμουν μικρή δεν πρόσεχα στο παιχνίδι και ράιζε συχνά το κεφάλι μου, κανένα φωτιστικό ή το τζάμι της μπαλκονόπορτας.
Όταν κάποτε μεγάλωσα και αγάπησα, δεν πρόσεξα και ράγισε η καρδιά μου.
Την κόλλησα και ξαναγάπησα.
Πρέπει να προσέξω μήπως ξαναραγίσει;
Πώς προσέχει κανείς σε αυτή την περίπτωση; Στην τελευταία στιγμή; Όπως το κάνει όταν συνειδητοποιεί πως αντί για ζάχαρη έβαλε αλάτι στο γλυκό; Ή όταν ενώ σκέφτεται από καιρό τα γενέθλια ενός γνωστού, στο τέλος ξεχνά να του ευχηθεί την μέρα που γιορτάζει; Πώς αλήθεια θα ήταν η γεύση του καφέ προηγουμένως αν λίγο πριν ανακάτευα το κουτάλι της ζάχαρης δεν αναγνώριζα το αλεύρι πάνω του;
Τι άλλο έχει ραγίσει άραγε κατά την διάρκεια της ζωή μου χωρίς να το ξέρω;
Ραγίσματα
Υπήρχε μια εποχή
Υπήρχε μια εποχή που αντί να κάνω συνέχεια αμφαλοσκόπηση είχα στραμμένο το βλέμμα στον ουρανό και στα σύννεφα.
Υπήρχε μια εποχή που είχα επιλέξει την δράση από την αντίδραση.
Που ασχολούμουν με τους φίλους μου, αντί να υπεραναλύω την διάθεσή μου.
Που δεν έχανα ένα ηλιοβασίλεμα, ούτε και ένα ολόγιομο φεγγάρι.
Σαν αυτό που σήμερα κυνηγούσα στον δρόμο της επιστροφής.
Σαν αυτό που σήμερα κρυβόταν ντροπαλά πίσω από φυλλωσιές των δέντρων.
Που δεν άντεχε πολύ στην κρυψώνα του και επέστρεψε δειλά στο οπτικό πεδίο. Που ούτε τα σύννεφα δεν κατάφερναν να το σκεπάσουν ή να το καλύψουν.
Ένα φεγγάρι στην διαδικασία να ξαναβρεί όλο το μέγεθός του.
Ένα φεγγάρι στην προσπάθεια να ξεχάσει ότι άφησε πίσω του. Όλα αυτά που το είχαν μικρύνει τις προηγούμενες μέρες. Που το είχαν κάνει να αμφισβητήσει το πραγματικό του μέγεθος.
Ένα φεγγάρι σαν το σημερινό, ένα ασημένιο θαύμα και δώρο για όσους οι “ακτίνες” του εστιάστηκαν ή θα εστιαστούν κάπου κάπως κάποτε επάνω στον αμφιβληστροειδή μανδύα των ματιών τους.
