Ύπνε

Έλα ύπνε πάρε το…
Δε θέλει και πολλά
Δε ζητά τίποτε άλλο
Ξεκούραση αναζητά

Έλα ύπνε πάρε το
Στο όνειρο εκεί ψηλά
Να αιωρείται στείλ’το
Αβίαστα να κολυμπά

Έλα ύπνε πάρε το
Στιγμή μην το αφήσεις
Μέχρι να επιστρέψει η Ηώ
Συντροφιά να του κρατήσεις

Τρελή Δεύτερα

Τρελή Δευτέρα
με χιόνι αρχίζεις
χειμώνα επαναφέρεις
κρύο και γκρίζο

Μέχρι να ζεστάνεις το μεσημεράκι
τα σύννεφα διαλύεις,
τον ήλιο τότε παρουσιάζεις
και όλα ανοιξιάτικο φως λούζει

Απόγευμα ξανά
υπαίθρια παιχνίδια επιτρέπεις
ανάμνηση χιονιού διαλύεις
σταθερά από μυαλό και πρασινάδα

Και το βράδυ;
Ποιό καψώνι τότε θα μας κάνεις;
Τι αλήθεια πια να μας ξαφνιάσει;
Βροχή με καταιγίδα;
Ή ένα ολοστρόγγυλο φεγγάρι;

Δέντρα, πουλιά και γείτονες

Μερικές φορές
είμαι το δέντρο
που μεγαλώνει
ακριβώς στον φράχτη

μισός κορμός από την μιά
μισός από την άλλη
ο ένας γείτονας
μου κόβει τα κλαριά, με περιποιείται
ενώ από την άλλη,
κανείς δεν ασχολείται

Και η μια πλευρά μεγαλώνει
τακτικά, με σχήμα και καρπό
ενώ η άλλη άγρια δεν γνωρίζει
τι θα πουν όρια, τι σκοπό

Άραγε η φροντίδα της μιας πλευράς
αρκεί και για την άλλη;

Μερικές φορές
είμαι το πουλί
μπροστά του ένα δέντρο
η μια πλευρά στρογγυλή, καλαίσθητη
η άλλη άγρια, ξερά παρέα με τρυφερά φύλλα

Ποιά πλευρά καλύτερα το έλκει;
Η σιγουριά του φροντισμένου;
Η γοητεία της αταξίας;