“Θα το ρίξει, δε θα το ρίξει; Μάλλον θα το ρίξει” σκέφτηκα βλέποντάς την. Στεκόταν εκεί στη μέση του μονοπατιού, αναποφάσιστη. Κρατούσε το καροτσάκι με το μωρό ακίνητο, ελάχιστα εκατοστά πριν το χείλος της λίμνης μπροστά της. Ποιος ξέρει τι σκεφτόταν; Ποιος ξέρει αν κατάλαβε ποιες σκέψεις εγώ έκανα. Ποιος ξέρει αν το μωρό στο καροτσάκι κοιμόταν ή ξύπνησε επειδή λερώθηκε. Ποιος ξέρει τι έκανε η μητέρα όταν έφτασαν σπίτι.

“Την αγαπά; Μάλλον όχι” σκέφτηκα βλέποντάς τον. Καθόταν εκεί, κρατούσε στην αγκαλιά την φανερά νεώτερη φίλη του, είχε το βλέμμα του όμως καθηλωμένο κάπου αλλού. Στην jogger που περνούσε τυχαία εκείνη την στιγμή στα αριστερά του.

“Θα το επιστρέψει, γιατί να μην το επιστρέψει;” σκέφτηκα βλέποντάς το. Το μεγάλο ζαχαρί σκυλί έτρεχε με χάρη και ιδιαίτερο δυναμισμό για να προλάβει ένα ξύλο που του πέταξε το αφεντικό του πριν τα άλλα δυο σκυλιά που το συναγωνίζονταν. Φυσικά και έφτασε πρώτο. Φυσικά και το άρπαξε με τα δόντια του. Φυσικά και το έβαλε πάλι στα πόδια για να βρει ένα μέρος όπου θα μπορούσε με την ησυχία του να μασήσει το “έπαθλο” του.

_____
Καληνύχτα  :-)