Aστυνομικο (Εξεταση των ψηφιακων δεδομενων)

Σάββατο 2.30μμ

Μετά το μεσημεριανο φαγητό πέρασε η επιθεωρητής Μαρία Ρίζου από την σήμανση. ρώτησε τον θυρωρό στην είσοδο το δρόμο προς το γραφείο του τμήματος Εξέτασης Ψηφιακών Δεδομένων. Βρήκε τον υπεύθυνο υπάλληλο μπροστά στον υπολογιστή του να κοιτάει κολόνες άπειρων αριθμών και ακαταλαβίστικων συμβόλων με τέτοια προσοχή λες και μπορούσε να τα διαβάσει σαν ένα βιβλίο. Τα μάτια του χτενίζανε με ταχύτητα την οθόνη, μια από αριστερά προς τα δεξιά, άλλοτε ανάποδα, μια από κάτω προς τα πάνω, ενίοτε διαγωνίως. ήταν ένας νεαρός, μάλλον αρχές είκοσι, ξερακιανός με σκούρα κοντά ανάκατα μαλλιά, φορούσε στρογγυλά γυαλιά με μεταλλικό σκελετό, τζιν, καφέ πουλόβερ και αθλητικά παπούτσια με παράταιρες κάλτσες.

-Δεν ήταν κανένα πρόβλημα, απάντησε στην ερώτηση της επιθεωρητού, αν είχαν κερδίσει δηλαδή πρόσβαση στον υπολογιστή της Ζησοπούλου.
Βρήκαμε μερικά αρχεία του online banking, με καταγραφές των έξοδων και εισόδων του λογαριασμού της τράπεζας, κάποια άλλα παλαιότερης ημερομηνίας τα οποία ήταν εργασίες του πανεπιστήμιου, μουσικά αρχεία και πολλές ψηφιακές φωτογραφίες.
Στο email client βρήκαμε ανάμεσα σε άλλα μηνύματα και blog postings της Ζησοπούλου.

-Email, client, blog, postings…; Συγνώμη αλλά δεν κατάλαβα τίποτε από αυτά που μου λέτε.
-Εεε…, εντάξει λοιπόν στο πρόγραμμα με το οποίο διάβαζε και έγραφε τα email της βρήκαμε σε κάποια μηνύματα τα κείμενα και τη διεύθυνση του ημερολογίου που έγραφε η Ζησοπουλου στο ίντερνετ.
Στο ημερολόγιό της έβαζε συνήθως ποιήματα. Είχε κλειστά τα σχόλια, συγνώμη εννοώ δεν είχε δώσει την άδεια να της αφήνουν σχόλια στα εκάστοτε κείμενά της, οπότε δεν ξέρουμε εάν ήταν αγαπητή στον κύκλο των άλλων που γράφουν ή όχι.
Τα ποιήματά της ήσαν επί το πλείστον πολύ μελαγχολικά. Άμα θελήσετε να ρίξετε καμιά μάτια η διεύθυνση του ημερολογίου της στο ίντερνετ είναι http://nipiagogos.blogspot.com/.

Τα αρχεία από το chat ήταν ιδιαίτερα ενδιαφέροντα. Μπορέσαμε να αναπλάσουμε κάποιες συζητήσεις και την λίστα των εικονικών φίλων της. Έκανε επανειλημμένως chat με ένα χρήστη με το όνομα Nickson, η ίδια χρησιμοποιούσε το ψευδώνυμο δεν_ειμαι_αγγελος και έγραψε με τα επόμενα άτομα: A-Man, qqz123, why_not86, tomtom, lover24, ToChatΟrNotToChat

Τα chat με τον Νickson ήταν πολύ πικάντικα, εκτυπώσαμε κάποιες ηλεκτρονικές συζητήσεις της, άμα θέλετε να τις διαβάσετε, αλλά προσοχή δεν είναι κάτι που θα διαβάσετε σαν παραμυθάκι στην κόρη σας για να κοιμηθεί τα βράδια, της είπε και της έκλεισε το μάτι με νόημα.

“Ποιος του είπε ότι έχω κόρη;” αναρωτήθηκε ενοχλημένη η Ρίζου.

-Γενικά οι συζητήσεις στα chat είχαν μια ερωτική χρεία αλλά μόνον σε ένα τύπο με το ψευδώνυμο lover24 έδωσε το νούμερο του τηλεφώνου της, όπως διαβάσαμε παρόλο που της ζητήθηκε επαναληπτικά. Κάποτε κανόνισε κάποιες συναντήσεις, μάλλον με άλλους από τα bl… ημερολόγια. Το τελευταίο chat το έκανε με τον lover24 και διάρκεσε 5 ώρες, από τις 10 το βράδυ της Τετάρτης 4 Ιανουαρίου μέχρι τις 3 τα ξημερώματα της επόμενης μέρας.
Αυτά λοιπόν, με χρειάζεστε τίποτε άλλο;

-Ευχαριστώ, όχι για την ώρα. Πότε θα μου στείλετε την αναφορά;
-Μόλις εκτυπώθηκε. Ορίστε, μην κοκκινίσετε όμως διαβάζοντάς τα, είπε με ένα ηλίθιο χαμόγελο προτείνoντάς της έναν φουσκωμένο κίτρινο φάκελο.

Η Μαρία Ρίζου αποφάσισε να επιστρέψει σπίτι της. Δεν ήθελε να γυρίσει η Ειρήνη με την Κατερίνα και να την ψάχνουνε. Ήδη ήταν πολύ ευγενικό από την γειτόνισσα να πάει με την κόρη της στο ζωολογικό πάρκο. Εντάξει η Ειρήνη δεν ήταν άπλα και μόνον μια γειτόνισσα. Είχε βοηθήσει μάνα και κόρη επαναληπτικά όπου και όταν μπορούσε από τότε που μετακόμισαν στην πολυκατοικία. Έκανε baby sitting τα βράδια όταν η Ρίζου έπρεπε να λείπει για δουλειά ή πήγαινε να πάρει την μικρή από το σχολείο όταν δεν προλάβαινε η μητέρα να φτάσει έγκαιρα. Με τον χαρούμενο αλλά και διακριτικό της τρόπο είχε καταφέρει να κερδίσει όχι μόνον την καρδιά της μικρής αλλά και να γίνει μια καλή φίλη της μητέρας.

“Έτσι και αλλιώς τηλέφωνα υπάρχουν παντού” σκέφτηκε κατευθυνόμενη προς το σπίτι της.

-Kε Αποστόλου; Μαρία Ρίζου, ενοχλώ;

Οι γονείς της Ζησοπουλου με ενημέρωσαν ότι δώσατε το ελεύθερο για την ταφή της, μήπως έχετε έτοιμη την νεκροψία;

Ποτέ θα την έχω;

Γίνεται μήπως αύριο το πρωί με φαξ, έχετε το νούμερο του σπιτιού μου να τη στείλετε;

Eυχαριστώ πάρα πολύ, χαίρεται, είπε και έκλεισε το τηλέφωνο.

-Xαίρεται κε Μιχαηλίδη, επιθεωρητής Μαρία Ρίζου, ερευνώ μια υπόθεση για την οποία χρειάζομαι την βοήθειά σας.

Μην ανησυχείτε απλή ρουτίνα, αλλά μάλλον θα με βοηθήσουν οι απαντήσεις σας να καταλάβω καλύτερα τον χώρο των chat και των ημερολογίων που γράφονται στο ίντερνετ.

Προτιμώ να μιλήσουμε από κοντά και όχι από τηλεφώνου, μήπως θα μπορούσατε να περάσετε την Δευτέρα στην 1μμ από το γραφείο μου;

Εντάξει αν είναι για εσάς καλύτερα στις δωδεκάμισι το μεσημέρι στο γραφείο μου, και του εξήγησε την διεύθυνση πριν κλείσουνε το τηλέφωνο.

Κοίταξε στα χαρτιά της για το όνομα και το νούμερο του κινητού του ανιψιό του μηχανικού αυτοκινήτων. Γαβρίλης Παπαγιάννης, Κύπρου 45, Άνω Γλυφάδα, 6978 2467287.
-Kε Παπαγιάννη, Μαρία Ρίζου, επιθεωρητής της αστυνομίας. Ο θείος σας μου έδωσε το νούμερό σας, ίσως και να τηλεφωνηθήκατε ενδιάμεσα.

Πριν ένα μήνα αλλάξατε στο αυτοκίνητο της κας Ζησοπουλου κάποια εξαρτήματα. Χρειάζομαι για το τυπικό και την δικιά σας επιβεβαίωση για τις συγκεκριμένες εργασίες συντήρησης που έγιναν στο αυτοκίνητο.

Άχ δεν είναι σημαντικό, άπλα θέλησα να σας πάρω για να μην το ξεχάσω. Τί ώρα αρχίζετε την δουλειά την Δευτέρα; Θα είχατε χρόνο για να σας δω;

Εντάξει τότε θα περάσω από το συνεργείο κατά τις 9 το πρωί. Καλό Σαββατοκύριακο.

– Συνεχίζεται-

ΥΓ. Από χθες μέχρι σήμερα συνειδητοποίησα ότι το τηλεφώνημα στον Παπαγιάννη έπρεπε να γίνει αλλιώς. Όσοι διάβασαν το κεφάλαιο εχθές θα καταλάβουν τι εννοώ, οι υπόλοιποι ας αγνοήσουν αυτό το σχόλιο…

ΥΥΓ. Τα πρόσωπα της ιστορίας είναι καθολοκλήρου πλασματικά και δεν έχουν ουδεμία ομοιότητα με τυχόν πραγματικά άτομα, που φέρουν τα ίδια ονόματα. (Ψάχνοντας στο google για την επιθεωρητή μου βρήκα διάφορα άτομα με αυτό το όνομα :-( )

Aστυνομικο (Ευτυχεις και δυστυχεις ανθρωποι)

-Τί μπορείτε να μου πείτε σχετικά με τον Θεόδωρο Νικολόπουλο; συνέχισε με τις ερωτήσεις της η επιθεωρητής Ρίζου.
-Τί να σας πω…, δίστασε να απαντήσει η μητέρα της Δήμητρας Ζησόπουλου. Δεν μου έλεγε και τίποτε για τα προσωπικά της θέματα. Δεν ξέρω από πότε γνωρίζονταν ακριβώς, αλλά είναι πάνω από μισό χρόνο. Δεν έτυχε να τον συναντήσω. Μένει στην Χαλκίδα. Είναι πολιτικός μηχανικός ή κάτι παρόμοιο. Από ότι γνωρίζω κάποια Σαββατοκύριακα πήγαινε η Δήμητρα να τον δει, άλλα ερχόταν εκείνος. Σχέση εξ αποστάσεως. Γνωριστήκανε νομίζω μέσω του ίντερνετ. Την ρώτησα πως τα πάνε, αν είναι ευχαριστημένη και εκείνη πάντα απαντούσε, προχωράμε. Τώρα αυτό τι σήμαινε μόνον εκείνη ήξερε. Την ρώτησα, πότε θα τον γνωρίσουμε το Θοδωρή, και αν βάζουν προοπτική για γάμο και μου έλεγε, όλα με την ώρα τους, κάτσε να γνωριστούμε εμείς πρώτα. Δεν ξέρω αν εκείνη δεν πίστευε στην σχέση ή αν εκείνος της έκανε δυσκολίες. Λυπάμαι δεν είμαι σε θέση να σας βοηθήσω σε αυτό το θέμα. Αν ζούσε ο πατέρας θα μπορούσε να σας απαντήσει οποιαδήποτε ερώτηση. Η Δήμητρα όλα μα όλα τα συζητούσε με εκείνον.

-Σας ευχαριστώ, με βοηθήσατε πάρα πολύ, είπε η Ρίζου όταν συνειδητοποίησε ότι τελείωσαν οι ερωτήσεις της.
A πριν το ξεχάσω… Πώς είναι ο σύζυγος;
-Κανονίζει τα διαδικαστικά της ταφής. Η γραμματέας του ιατροδικαστή μας ενημέρωσε σήμερα το πρωί ότι μπορούμε να πάρουμε την Δημητρούλα. Η κηδεία θα γίνει την Τρίτη το πρωί και είναι ακόμα πολλά που πρέπει να οργανωθούν. Σας ευχαριστώ για το ενδιαφέρον.

-Τα συνηθισμένα; ρώτησε ο σερβιτόρος.
-Nαι αλλά για ένα άτομο, παρακάλεσε η Μαρία Ρίζου γιατί δεν είχε λάβει ακόμα απάντηση στο μήνυμα που είχε στείλει στον Γιώργο.

Όσο περίμενε να της φέρουνε tagliatelle σε σάλτσα με mascarpone και καπνιστό σολομό προσπαθούσε να θυμηθεί πότε είχανε έρθει την τελευταία φορά σε αυτό το ιταλικό εστιατόριο. Ήταν δύσκολο. Με τα τόσα που συμβαίνουν στην δουλειά κάθε μέρα, με τα θέματα της Κατερίνας φάνταζαν πράγματα που συνέβησαν πριν 2 ή 3 εβδομάδες ήδη τόσο μακριά στο παρελθόν. Παράτησε την προσπάθεια. Τί και αν τελικά κατάφερνε να υπολογίσει την ημερομηνία; Το πιο πιθανό ήταν να της χάλαγε το κέφι, γιατί θα βεβαιωνόταν ότι είχε περάσει πραγματικά πολύς καιρός.

Ο σερβιτόρος της έφερε ένα ποτήρι με bitterino και τα συνήθη ψωμάκια από ζύμη πίτσας.
Ήπιε μια γουλιά από το κόκκινο αναψυκτικό και πήρε μηχανικά ένα από τα ψωμάκια. ακόμα ζεστό και μοσχομυριστό… αναθεώρησε και το άφησε πάλι πίσω στο καλαθάκι του. Ξέχασε να πει, ότι δεν θα τα χρειαστεί. Δεν ήθελε να χορτάσει την πείνα της με αυτά. Αφού δεν θα έτρωγε με παρέα, ας απολάμβανε τουλάχιστον το φαγητό. Κοίταξε τους περαστικούς έξω στο δρόμο, βιαστικοί με συννεφιασμένα πρόσωπα, χαμένοι στις σκέψεις τους. Είναι όλοι τους άραγε τόσο δυστυχείς όσο φαίνονται, ή άπλα νομίζουν ότι δεν αξίζει να χαμογελάνε για αγνώστους; Η Ζησοπούλου τα είχε όλα και ήταν δυστυχής. Δε κρυβόταν η δυστυχία της παρόλα τα ταξίδια, παρόλες τις δραστηριότητες, παρόλα τα χαμόγελα στις φωτογραφίες. Αναρωτιόταν πώς θα ήτανε αν είχε γνωρίσει ποτέ κάποιον από τους δικούς της παππούδες. Θα είχανε μια στενή σχέση ή θα φερόταν και εκείνη σαν τον Αντώνη Μάρκου, όταν θα έφταναν στο σημείο να έχουν την ανάγκη της; Θα τους αγαπούσε, θα την αγαπούσαν ή θα συνυπήρχαν απλώς ως συγγενείς; Τυχαία ενωμένοι από το αίμα, χωρίς άλλα κοινά στοιχεία ή ενδιαφέροντα; προσπαθούσε να ανακαλέσει στην μνήμη της την γιαγιά της. Μια δυναμική περήφανη γυναίκα, κόρη γουναρά από την Καστοριά, να μην θέλει να πάει στο Παρίσι στα 14 της με τους γονείς της, γιατί το νόμιζε χωριό, σε αντίθεση με την Λειψία όπου είχε ταξιδέψει ήδη αρκετές φορές, στα 20 παντρεύτηκε, γέννησε 5 παιδιά, 4 από αυτά τα μεγάλωσε, ένα πέθανε μωρό, δουλειά εκτός και εντός σπιτιού, 45 χρόνια στο πλευρό του άνδρα της, 12 χρόνια μετά το θάνατό του ο δεύτερος γάμος, χήρα για δεύτερη φορά μετά από 5 χρόνια, ενδιάμεσα ταξίδια στα ανίψια της στην Γαλλία, στο Βέλγιο, στην Αμερική, αφόβητη, να ονομάζει πουλάκι μου όσους αγαπούσε, να βρίζει αστειευόμενη στα γαλλικά, να λέει ξανά και ξανά τα ίδια ανέκδοτα, να μικραίνει ολοένα όσο περνούσανε τα χρόνια, προς το τέλος της ζωής της όλη την μέρα στην ίδια θέση στην πολυθρόνα, να κάνει μπάνιο με κρύο νερό για να μην κάνει έξοδα όταν βρισκόταν κάπου αλλού, να κρύβει τα περιτυλίγματα από τα σοκολατάκια στις τσέπες της, να επιμένει στο τηλέφωνο ότι δεν ακούει, παρόλο που και καρφίτσα στα άχυρα να έπεφτε θα την άκουγε, να χτενίζει τα κοντά άσπρα μαλλάκια της…

“Αχ γιαγιά, είχες άραγε σκεφτεί στα δεκατέσσερά σου χρόνια και πώς θα είσαι στα ογδόντα τέσσερα;” αναρωτήθηκε η Ρίζου.
“Γεννήθηκες κατά την διάρκεια του βαλκανικού πολεμου, είδες τους πρόσφυγες από την καταστροφή της Μικράς Ασίας, παντρεύτηκες έναν από αυτούς, έζησες επί Βασιλέα, την Δικτατορία του Μεταξά, τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο, πείνασες στην κατοχή, πλανήθηκες μη αναγνωρίζοντας τους θύτες και τα θύματα του εμφυλίου μετά την απελευθέρωση, φοβήθηκες τους συνταγματάρχες, δάκρυσες στην επιστροφή της Δημοκρατίας, όχι από χαρά, αλλά από θλίψη με την ιδέα του εκθρονισμού του Βασιλιά.”

Σε πολλά δεν συμφωνούσε η Ρίζου με την γιαγιά της, στα πολιτικά, στις μεθόδους της περί οικονομίας, σε αυτά που έλεγε για το ρόλο της γυναίκας ή των αντρών στην κοινωνία, αλλά ποτέ δε θα ξεχνούσε τον δυναμισμό, το κουράγιο, το χιούμορ της και την αίσθηση που έδινε ότι ήταν ικανοποιημένη με την ζωή της.
“Εις ανάμνησή σου” είπε κοιτάζοντας προς τα πάνω και ήπιε άλλη μια γουλιά από το bitterino.

-Συγνώμη που άργησα… ακούστηκε μια λαχανιασμένη ανδρική φωνή από δεξιά της. Μην ανησυχείς, ήδη ενημέρωσα τον σερβιτόρο να φέρει και για μένα μια από τα συνηθισμένα. Σε ξάφνιασα; Συγνώμη, λοιπόν όμορφο μου μελαχρινό τί νέα;

-Συνεχιζεται-

ΥΓ. H ιστορία και τα πρόσωπα της αστυνομικης ιστοριας είναι φανταστικά και ουδεμία ομοιότητα έχουν με καταστάσεις και πρόσωπα της πραγματικότητας.

Aστυνομικο (H μητερα)

Όλα εντάξει Ειρήνη; Πότε υπολογίζεις ότι θα επιστρέψετε για να είμαι έγκαιρα στο σπίτι; πληκτρολόγησε η Μαρία Ρίζου στο κινητό της γρήγορα μετά το τέλος της συναντησής της με την Σοφία Βλάσση.
Η απάντηση έφτασε ελάχιστα λεπτά αφού στάλθηκε το μήνυμα.
Κατά τις 5 το απόγευμα. Η Κατερίνα είναι ξετρελαμένη. :-)
Διάβασε στο display του κινητού της την ώρα και ξαφνιάστηκε. Είχε ήδη φτάσει 11; Πως είχε περάσει πάλι τόσο γρήγορα ο χρόνος;

Σκέφτηκε να γράψει και άλλο ένα μήνυμα και να το στείλει στον Γιώργο.
Όμορφέ μου, αν έχεις χρόνο και διάθεση για φαγητό ξέρεις που θα με βρεις. Στο γνωστό μέρος στην 1 μ. Φιλάκια.
Ο Γιώργος ήταν φωτογράφος. Δούλευε ως ελεύθερος επαγγελματίας για περιοδικά ή διαφημιστικά γραφεία. Δεν είχε συγκεκριμένο ωράριο εργασίας. Θεωρητικά θα μπορούσε ΙΤΕ να έχει πολύ ελεύθερο χρόνο ΙΤΕ να τρέχει και να μην προλαβαίνει, στην πράξη όμως ήταν συνέχεια υπατμόν. “Ποιος ξέρει,” σκέφτηκε η Ρίζου, “ίσως και να μπορούσε να κάνει σήμερα ένα διάλειμμα από την δουλειά.”

Αναρωτιότανε πως να συνέχιζε με τις έρευνές της. Είχε περιέργεια να συναντήσει τον τύπο από το chat. Μήπως οι συνάδελφοι της σήμανσης είχαν τελικά κερδίσει πρόσβαση στα αρχεία του υπολογιστή της Ζησοπούλου; Θα πέρναγε μετά το φαγητό για να ρωτήσει.
Αποφάσισε ότι είναι καιρός να μιλήσει με τους γονείς της Ζησοπούλου. Βρήκε την διεύθυνσή τους στην λίστα των τηλεφωνημάτων που έβαλε τον συνάδελφο να ελέγξει. Προλάβαινε να πεταχτεί.

-Κυρία Κωνσταντίνα Ζησοπούλου; Επιθεωρητής Ρίζου, από την αστυνομία, μου ανοίγετε; ρώτησε στο θυροτηλέφωνο.
Η Ρίζου μπήκε στο κτίριο, ανέβηκε τις σκάλες μέχρι τον τρίτο όροφο της πολυκατοικίας και χτύπησε πεταχτά το κουδούνι με το όνομα Λευτέρης Ζησόπουλος.
Aν εξαιρούσε κανείς κάποιες ρυτίδες, η γυναίκα που της άνοιξε την πόρτα ήταν ίδια με αυτή των φωτογραφιών της παιδικής ηλικίας της Δήμητρας Ζησοπούλου. Μια λεπτή νεάζουσα ξανθιά κυρία, γύρω στα 50, μεσαίου ύψους, με λεπτά χαρακτηριστικά, αρμονική φυσιογνωμία, τα μαλλιά μαζεμένα σε μια μικρή αλογουρά, ντυμένη με ένα μαύρο πουλόβερ και ένα κλασικό εξίσου μαύρο υφασμάτινο παντελόνι.

Κα Ζησοπούλου, χαίρομαι που σας βρήκα, θα ήθελα να σας κάνω κάποιες ερωτήσεις. Μήπως ενοχλώ;
-Περάστε, καθίστε, είπε η Κωνσταντίνου Ζησοπούλου και έδειξε στην επιθεωρητή ένα κάθισμα στο σαλόνι, απέναντι στον καναπέ, όπου πήρε εκείνη θέση.
Σας ακούω, τί θέλετε να μάθετε; ρώτησε ευγενικά με δυο κοκκίνα μάτια και μια φωνή που πάλευε να παραμείνει σταθερή.

-Σας ενημέρωσε η τροχαία ότι το αυτοκίνητο βγήκε από την πορεία του γιατί τα φρένα δεν λειτούργησαν, κάποιος τα πείραξε. Μήπως ξέρετε ποιος θα μπορούσε να έκανε κάτι τέτοιο, είχε η κόρη σας εχθρούς;
-Εχθρούς, τί εχθρούς να είχε το κορίτσι μου; Δεν μπορώ να φανταστώ κανέναν. Η Δήμητρα ήταν παντού αγαπητή. Από μωρό. Όλοι την αγαπούσαν, όλοι. Στο σχολείο, στον αθλητισμό, στο πανεπιστήμιο τράβαγε τα βλέμματα και την συμπάθεια πάντα με τον τρόπο της και τα ξανθά της μαλλάκια. Στο νηπιαγωγείο την υπεραγαπούσαν μέχρι και οι πιο δύσκολοι μπόμπιρες. Μόνον με την διευθύντρια είχε προβλήματα γιατί δεν ήθελε να δεχθεί το γεγονός ότι μια κοπέλα 26 χρόνων αμφισβητούσε την πεπαλαιωμένη κοσμοθεωρία περί απόλυτης συνέπειας και πειθαρχίας.

-Σας είχε μιλήσει η κόρη σας για άλλα προβλήματα στο νηπιαγωγείο, εκτός από αυτά με την διευθύντρια;
-Όχι αλλά την Τρίτη με κάλεσε στο κινητό και με ρώτησε αν μπορούσαμε να συναντηθούμε. Ήθελε να πάρει μια απόφαση για κάποιο σημαντικό θέμα που δεν μπορούσε να το συζητήσει στο τηλέφωνο. Την παρακάλεσα αν μπορώ να την πάρω αργοτερα, γιατί βρισκόμουν εκείνη την στιγμή στο γιατρό. Τηλεφώνησα από το σπίτι μόλις επέστρεψα. Κανονίσαμε να ερχότανε σε εμάς την Πέμπτη το βράδυ, επιστρέφοντας από την γυμναστική της. Αλλά τα πράγματα ήρθαν προφανώς αλλιώς, έτσι δεν είναι; είπε και κοίταξε με τα κατακόκκινα γυαλιστερά μάτια της την επιθεωρητή.

-Έμαθα ότι κληρονόμησε από τον πάτερα σας ένα οικόπεδο εξ αδιαιρέτου με τον ξάδερφό της, υπήρχαν σε αυτό το θέμα δυσκολίες;
-Ναι δυστυχώς… o πατέρας ήταν πάντα σε όλους γενναιόδωρος αλλά ιδιαίτερα στα παιδιά, στην Δήμητρα και στο Αντώνη. Έγραψε στο όνομα του καθενός τους ένα διαμέρισμα. Προσπάθησε να τους τα μοιράσει όλα δίκαια. Επειδή άφησε στην Δήμητρα τα έπιπλά του για παράδειγμα πήρε ο Αντώνης πιο πολλά μετρητά. Όμως ήθελε να τους δώσει κάτι που να τους ενώνει. Είχε ψυχρίνει η σχέση τους τα τελευταία 4 χρόνια. Η Δήμητρα αγαπούσε τον πάτερα και πήγαινε συχνά να τον βλέπει, να του κάνει παρέα, να του λέει τα κατορθώματά της.
Προκειμένου να μην μένει μόνος του, πρότεινε εκείνος στον Αντώνη να μοιραστούν το διαμέρισμά του στο Καλαμάκι. Στην αρχή ήταν όλα καλά, ο Αντώνης μεγάλωσε υπό την αιγίδα του πάτερα πρέπει να ξέρετε, αλλά από κάποια στιγμή και έπειτα ο Αντώνης άρχισε να μην ασχολείται. Δεν του ζήτησε κανείς να πληρώνει μερίδιο στα έξοδα του διαμερίσματος, αλλά και εκείνος δεν προσέφερε στον πατέρα τίποτε. Ούτε τον χρόνο του, ούτε την προσοχή του, ούτε την βοήθειά του. Κάποτε υπήρξε πρόβλημα με τα καλοριφέρ, ένας σωλήνας χάλασε και γέμισε το σαλόνι νερό. Ο πατέρας πήρε τηλέφωνο τον Αντώνη να καλέσει τον υδραυλικό, αλλά εκείνος του είπε, δικό σου είναι το διαμέρισμα, εσύ να ασχοληθείς, έτσι και αλλιώς συνταξιούχος είσαι, χρόνο έχεις.
Τον φαντάζεστε 80 χρόνων άνθρωπος, μονός, σε ένα κρύο διαμέρισμα μέσα στο χειμώνα, να ψάχνει υδραυλικούς μέσα από τον χρυσό κατάλογο και να μην μπορεί να υπολογίζει στην βοήθεια του εγγονού που ζει στο σπίτι του χωρίς να ξοδεύει ούτε δραχμή;
Η Δήμητρα δεν συμφωνούσε με την στάση του Αντώνη και του το είπε πως δεν είναι τρόπος αυτός. Όταν ήταν μικρά ο πατέρας έκανε τα πάντα για τα παιδιά και τώρα που χρειαζόταν την βοήθειά τους, τον αντιμετώπιζε ο Αντώνης σαν ένα ξένο, ένα ενοχλητικό γερο που προσπαθούσε με κάθε τρόπο να αποφύγει.
Η Δήμητρα τον ρώτησε γιατί δεν μετακομίζει άμα δεν μπορεί να μένει πλέον στο ίδιο σπίτι με τον παππού.
Αλλά ο Αντώνης ήθελε και την πίτα και το σκύλο χορτάτο. Δεν ξέρω, ίσως φοβότανε ότι αν έφευγε θα έχανε το διαμέρισμα του παππού και την κληρονομιά…
Όμως ο πατέρας δεν κάκιωσε στον Αντώνη. Νέος είναι έλεγε, τι να κάνει με τα γηρατειά και εγώ στην θέση του τα ίδια θα έκανα, μου έλεγε μερικές φορές για να με μαλακώσει, όμως δεν ήταν η αλήθεια. Ποτέ ο πατέρας δεν θα φερόταν όπως ο Αντώνης. Ούτε σε μεγαλύτερο ούτε σε νεότερό του. Πόσο μάλλον σε κάποιον που έχει την ανάγκη του.

Το οικόπεδο στην Πάτρα το άφησε και στα δυο του εγγόνια με την ελπίδα ότι αυτό θα τους ξαναέφερνε κοντά. Όμως το αντίθετο συνέβη. Ο Αντώνης χρησιμοποίησε γρήγορα τα μετρητά στο χόμπι του, τα rallye αυτοκινήτων. Για να πληρώσει κάποια χρέη έβαλε υποθήκη το σπίτι στο Καλαμάκι και πριν μια εβδομάδα μας ανακοίνωσε ότι βρήκε αγοραστή για το οικόπεδο. Πίεζε την Δήμητρα να υπογράψει, έβαλε και τον δικηγόρο του να την πάρει τηλέφωνο για να της εξηγήσει με τα ακαταλαβίστικα δικηγορίστικα ότι είναι τάχα για το συμφέρον της αν συμφωνούσε.
Η Δήμητρα δεν ήξερε πλέον τι να κάνει; Να δώσει την συγκατάθεσή της να πουληθεί το οικόπεδο του παππού, για ποιο λόγο; Για να πεταχτούν και αυτά τα λεφτά από το παράθυρο; Όταν του είπε ότι δεν θα υπογράψει τα συμβόλαια ο Αντώνης έγινε έξαλλος. Ήμουν τυχαία και εγώ μπροστά σε αυτή την συζήτηση, η οποία μόνον συζήτηση δεν ήτανε, με φωνές, απειλές, βρισιές. Ήταν δυνατόν να ήταν αυτός ο ανιψιός μου; Απογοητεύθηκα βαθιά. Όταν μίλησα με την αδερφή μου, μου είπε πως και εκείνη δεν τον αναγνωρίζει αλλά δεν μπορεί να του μιλήσει. Ούτε από εκείνη δεν δέχεται κουβέντα. Πικράθηκα. Συμβούλεψα την Δήμητρα να μην απαντά στα τηλεφωνήματά του. Να αποφεύγει τις συναντήσεις για λίγο καιρό. Τον φοβήθηκε η ψυχή μου.
Άμοιρε πατέρα, άλλα ήθελες και άλλα κατάφερες…

-Συνεχίζεται-

ΥΓ. H ιστορία και τα πρόσωπα της αστυνομικής ιστορίας είναι φανταστικά και ουδεμία ομοιότητα έχουν με καταστάσεις και πρόσωπα της πραγματικότητας.