Aστυνομικο (Νηνεμια πριν την θυελλα)

Τρίτη

Στις οχτώ το πρωί της τριτης ξύπνησαν σχεδόν ταυτόχρονα, χωρίς ξυπνητήρι, ο Λευτέρης και η Κωνσταντίνα Ζησοπουλου. Σιωπηλά σηκώθηκαν, σιωπηλά ετοίμασαν τον καφέ, σιωπηλά τον ήπιαν, σιωπηλά έπλυναν τα δόντια τους, σιωπηλά άρχισαν να φοράνε τα ρούχα που κρεμόντουσαν από το προηγούμενο βράδυ στα χερούλια της ντουλάπας. Ένα μαύρο κουστούμι, άσπρο πουκάμισο με μαύρη γραβάτα για τον κύριο Ζησόπουλο, ένα μαύρο βελούδινο φόρεμα για την κυρία Ζησοπουλου.
Το ζευγάρι δεν διέκοψε την σιωπή ούτε όταν ο Λευτέρης Ζησόπουλος χρειάστηκε την βοήθεια της γυναίκας του με την γραβάτα. Ένα απλό βλέμμα ήταν αρκετό και η Κωνσταντίνα Ζησοπουλου την έδεσε σε έναν τέλειο κόμπο χωρίς λόγια.

Ήσαν και οι δυο τους κομψοί σε αυτά τα επίσημα μαύρα ρούχα. Τα είχαν φορέσει και άλλοτε. Σε άλλες ευκαιρίες. Ήταν ραμμένα στα μέτρα τους, ακριβά, τους κολακεύαν. Όμως εκείνοι δεν θα ένιωθαν ποτέ ξανά αυτό το θετικό συναίσθημα όταν θα τα έβλεπαν κάποια στιγμή τυχαία στο μέλλον ανάμεσα στα άλλα ρούχα της ντουλάπας τους. Θα τους θύμιζαν πάντα την μέρα που είχαν κηδέψει την κόρη τους. Στην αρχή θα αρκούσε ένα τυχαίο βλέμμα για να ξεσπάσει μέσα τους η θλίψη για το παιδί που χάθηκε πολύ νωρίς. Κάποτε θα προσπαθούσαν να τα πετάξουν, με την ελπίδα ότι θα πετούσαν Μάζι με αυτά την στεναχώρια και τις λυπημένες σκέψεις, δεν θα τους έκανε καρδιά όμως και θα τα έβγαζαν μάλλον από την ντουλάπα, θα τα δίπλωναν και για προστασία θα τα έβαζαν σε κάποιο διάφανο κουτί με φερμουάρ. Από καιρό εις καιρό θα το ανοίγανε. Λίγο όχι καθόλο το μήκος του, θα έριχναν μια μάτια, θα βεβαιωνόντουσαν ότι είναι ακόμα εκεί, τα ρούχα καθ΄αυτά αλλά μαζί τους και οι ομορφότερες αναμνήσεις μιας περασμένης εποχής που είχε χαθεί οριστικά. Της εποχής που ήσαν οικογένεια. Θα αγωνιζόντουσαν να βρουν ένα κοινό τρόπο να αντιμετωπίσουν τον θρήνο τους. Θα δυσανασχετούσαν με την αντίδραση της οικογένειας, των φίλων και των ξένων. Θα ξανακοιτούσε ο καθένας ξεχωριστά βαθιά μέσα του και θα συνειδητοποιούσε τι ζητούσε από την ζωή. Κάποιες στιγμές θα βυθιζόντουσαν ξανά στην λύπη, άλλες θα οργιζόντουσαν για ότι συνέβη. Κάποτε θα τα καταφέρνανε να ξαναβρούν ο ένας τον άλλο. Κάποτε…, το κάποτε ήταν όμως αδιανόητο εκείνο το πρωινό της Τρίτης, όπως ήταν αδιανόητη κάθε άλλη σκέψη που δεν είχε την κόρη τους ως περιεχόμενο της.

Κατά την διάρκεια της λειτουργίας στο εκκλησάκι του νεκροταφείο Βούλας αναλογιζόταν ο Λευτέρης Ζησοπουλου ότι είχε ακούσει να παρηγορεί κάποιος έναν πάτερα που θρηνούσε το θάνατο ενός παιδιού του με μια πρόταση του είδους… έχεις τουλάχιστον δυο άλλα παιδιά. Είχε ανατριχιάσει ακούγοντάς την, λες και το παιδί ήταν απλά μια κούπα που και τι έγινε και αν έσπασε, αρκεί να έχουμε εμείς άλλες δυο να πίνουμε τον καφέ μας. Ήταν μια ηλίθια πρόταση, αλλά τι του είχε μείνει εκείνου τώρα; Άλλο παιδί δεν είχανε. Την Δήμητρα τους την χάσανε, τίποτε δεν την επανέφερε πίσω, τίποτε δεν θα μπορούσε να την αντικαταστήσει.

Τίποτε από τα τελετουργικά δεν έζησε ο πατέρας της Ζησοπουλου συνειδητά. Ούτε την λειτουργία, ούτε την παρουσία της γυναίκας του δίπλα του, ούτε το χέρι της που έψαχνε συνέχεια το δικό του, ούτε την σιωπηλή απελπισία της, ούτε τους άλλους φίλους και συγγενείς που παρευρέθηκαν, ούτε στο σφίξιμο των χεριών μετά το τέλος της κηδείας. Όλα τα ένιωσε σαν σε ένα όνειρο.
Στα συλλυπητήρια της Σοφίας Βλάσσης δεν αντίδρασε, στο ζωή σε λόγου σας της Νίκης Ιωσήφ κοίταξε το φρέσκο χώμα δίπλα στο λάκκο, στο λυπάμαι πάρα πολύ που δεν είχα περισσότερο χρόνο να γνωρίσω την κόρη σας καλύτερα του Κώστα Μιχαηλίδη έκλεισε τα μάτια γιατί ο ήλιος τον τύφλωνε, στο Θεός σχωρέσ΄την του Θεόδωρου Νικολόπουλου πρόσεξε ένα στραβό κυπαρίσσι που το λύγιζε ο άνεμος.

Η Μαρία Ρίζου δεν ήθελε να ενοχλήσει. Παρακολούθησε από μακριά την κηδεία και έφυγε χωρίς να την δει κανείς από τους παρευρισκόμενους.

Οι επόμενες μέρες δεν ήσαν ιδιαίτερα ευνοϊκές για την υπόθεση Ζησοπουλου και την επιθεωρητή Ρίζου γενικότερα. Και τα δυο αποτελέσματα των τεστ πατρότητας βγήκαν αρνητικά. Το άλλοθι του Αντώνη Μάρκου επιβεβαιώθηκε από συνάδελφους και πελάτες της ασφαλιστικής εταιρίας. Ακόμα και νεκρή η Ζησοπουλου τον εμπόδιζε στην πώληση του οικόπεδου. Η μερίδα της των 50% πήγαινε τώρα ελλείψη σύζυγου ή παιδιών στους γονείς της. Ο Μάρκου θα έπρεπε πλέον να ζητήσει την συναίνεση δυο ατόμων αντί ενός. Θα περνούσαν τουλάχιστον 3 μήνες μέχρι να τελείωνε η διαδικασία της μεταβίβασης του μεριδίου της Ζησοπουλου στους γονείς της. Στο ξάδελφο της Δήμητρας Ζησοπουλου δεν έμενε τίποτε από το να ελπίζει να κατάφερνε να μετέπειθε τους συγγενείς του και να μην αλλάξει ενδιάμεσα γνώμη ο ενδιαφερόμενος και να αγόραζε ένα φθηνότερο οικόπεδο σε κάποια άλλη περιοχή της Πάτρας.

Όσo περισσότερο ερευνούσε η επιθεωρητής την υπόθεση, τόσο περισσότερο συνειδητοποιούσε πως δεν γνώριζε τίποτε. Τίποτε τουλάχιστον σχετικό με το αίτιο του θανάτου της Ζησοπουλου ή με το κίνητρο αυτού που προκάλεσε το αυτοκινητιστικό δυστύχημα. Ένας ψυχολόγος είχε βεβαιώσει ότι η άρνηση του Παπαγιάννη στο θέμα την εμπλοκής του στο ατύχημα της νηπιαγωγού ήταν ειλικρινής. Οι έρευνες είχαν φτάσει σε αδιέξοδο. Θα μπορούσε να άρχιζε να έψαχνε τα στοιχεία των άλλων blogger που βρέθηκαν στην συνάντηση, αλλά αυτό θα ήταν μια χρονοβόρα διαδικασία με αμφίβολο αποτέλεσμα.
Σαν να μην έφταναν όλα αυτά, άρχισε να πιέζει και ο προϊστάμενος να δει αποτελέσματα. Την απόφασή της να κλείσει τον Γαβρίλη Παπαγιάννη στο κρατητήριο χωρίς να τον ενημερώσει προηγουμένως την είχε αποδοκιμάσει ήδη δημόσια σε μια ανοιχτή για όλους σύσκεψη του τμήματος, μια μέρα μετά την απόπειρα αυτοκτονίας.
Στην ίδια σύσκεψη πληροφόρησε ότι θα ερευνηθούν κατανυχιστικά οι ακριβείς συνθήκες της απόπειρας αυτοκτονίας και ότι όσοι συνέβαλαν στο φιάσκο θα είχαν να αντιμετωπίσουν τις επιπτώσεις των πράξεών τους.

Δυο εβδομάδες μετά το δυστύχημα, Πέμπτη 8.52 πμ

“Μαρία τάξε μου να σου πω τα νέα!” φώναξε χαρούμενα ο καλός άγγελος βλέποντας την στο διάδρομο. “Βρήκα καινούργια στοιχεία στον υπολογιστή της τροχαίας. Στοιχηματίζω ότι θα σου φανούν πολύ ενδιαφέροντα.”

Η Μαρία Ρίζου πέρασε τις επόμενες 7 ώρες στους δρόμους. Ρώτησε υπαλλήλους για να επιβεβαιώσει τις απαντήσεις τους, χτύπησε πόρτες διαμερισμάτων, ρώτησε αν θυμόντουσαν να είδαν ή να άκουσαν κάτι το ασυνήθιστο, έψαξε και βρήκε μαρτυρίες ώσπου στις 6 το βράδυ είχε στα χέρια της την εντολή συλλήψεως από τον εισαγγελέα.

-Συνεχίζεται-

ΥΓ. H ιστορία και τα πρόσωπα της αστυνομικής ιστορίας είναι φανταστικά και ουδεμία ομοιότητα έχουν με καταστάσεις και πρόσωπα της πραγματικότητας.

YYΓ. Το επόμενο θα είναι το τελευταίο κεφάλαιο. (Μάλλον ;-)

Aστυνομικο (Ψαχνωντας για απαντησεις)

Η επιθεωρητής Ρίζου πίστευε ότι ο Γαβρίλης Παπαγιάννης χρειαζόταν χρόνο και κίνητρο να σκεφτεί αν θα έπρεπε να έλεγε την αλήθεια ή όχι. Το κρατητήριο ήταν ως γνωστόν ένας καλός χώρος για μια τέτοια απασχόληση και θεώρησε ότι θα του έκανε καλό να περάσει εκεί την νύχτα της Δευτέρας.
Παρόλα αυτά δεν μπορούσε να βρει ησυχία μέχρι να έπαιρνε απαντήσεις σε όλες της τις ερωτήσεις. Έψαξε στον φάκελο της υπόθεσης την λίστα των τηλεφώνων. Προσπάθησε για άλλη μια φορά να πιάσει την Νίκη Ιωσήφ, την βρήκε αλλά δεν έμαθε τίποτα νεότερο από αυτά που ήδη ήξερε.

“Τι ώρα έφτασε;” αναρωτήθηκε γιατί λόγω των απανωτών γεγονότων είχε πλέον χάσει την αίσθηση του χρόνου.
“Πέντε το απόγευμα. Άρα τέσσερις στην Γερμανία…”
Είχε έρθει η στιγμή να χρησιμοποιήσει τα γερμανικά που μάθαινε κατά την διάρκεια της σχολής αξιωματικών της αστυνομίας. Ήλπιζε μετά από τόσα χρόνια απραξίας να είχε μείνει κάτι ακόμα στο μυαλό της. Δεν ανησυχούσε όμως ιδιαίτερα, αν δεν τα κατάφερναν να συνεννοηθούν θα προσπαθούσανε τα αγγλικά. Ήξερε πως σχεδόν όλοι οι Γερμανοί τα μιλούν καλά, παρόλο που δεν το παραδέχονται. Δεν πίστευε να έχει τόσο μεγάλη ατυχία και να έπεφτε σε κάποιον που είχε στο σχολείο ρωσικά αντί για αγγλικά. Αυτό ήταν συνήθες, από ότι είχε ακουστά, στα ομοσπονδιακά κράτη της πρώην ανατολικής Γερμανίας. Που ήταν άραγε το Wülfrath;

Επιθεωρητής Μαρία Ρίζου του Αθηναϊκού τμήματος αντιμετώπισης του εγκλήματος στο ακουστικό, η κυρία Miller; Η κα Ζησοπουλου είχε ένα αυτοκινητιστικό δυστύχημα. Βρήκαμε το νούμερο σας στην λίστα των κλήσεων που έγιναν από το τηλέφωνο της. Μήπως μπορείτε να μου πείτε τον λόγο της συζήτησης σας;” ρώτησε με σχετική ευχέρεια στα γερμανικά.

Η Ρίζου αναστέναξε με ανακούφιση κλείνοντας το τηλέφωνο. Τα θυμόταν ευτυχώς ακόμα αρκετά καλά. Η Ζησοπουλου είχε κάνει αίτηση δουλειάς στο νηπιαγωγείο στο οποίο δούλευε η Ίνγκριτ Μίλλερ. Η αίτηση είχε γίνει δεχτή και η Μίλλερ είχε αναλάβει να της βρει ένα διαμέρισμα, σε δυο μήνες θα άρχιζε την υπηρεσία της.
Στην ερώτηση της Ρίζου, που είχαν γνωριστεί, είχε πάρει την απάντηση ότι τους σύστησε πριν 3 χρόνια ένας κοινός φίλος κατά την διάρκεια των καλοκαιρινών διακοπών σε κάποιο ελληνικό νησί και διατηρούσαν από τότε τακτική αλληλογραφία. Λίγους μήνες μετά τον θάνατο του παππού της εξέφρασε η Ζησοπουλου την επιθυμία να φύγει από την Ελλάδα. Ήθελε να ξεπεράσει την θλίψη του πένθους κάνοντας μια καινούργια αρχή σε ένα άλλο μέρος. Όταν πριν 2 μήνες στο νηπιαγωγείο της Μιλλερ υπήρξε ανάγκη για μια επιπρόσθετη παιδαγωγό, η Ζησοπουλου δεν άφησε την ευκαιρία ανεκμετάλλευτη και έστειλε αμέσως τα χαρτιά της.

“Καλά όλα αυτά, αλλά δεν απαντούν τα ερωτήματά μου” είπε δυνατά στο εαυτό της.
“Κα Σοφία Βλάσση; Χαίρομαι που σας βρίσκω στο τηλέφωνο. Επιθεωρητής Ρίζου.”

“Μήπως συνέβη κάτι στην ζωή της φίλης σας πριν 3 εβδομάδες; Δεν ξέρω ακριβώς τι, κάποια καινούργια γνωριμία ίσως, μια κακή εμπειρία… Ανέφερε κάτι τέτοιο;”

“Α κρίμα, δεν πειράζει, σας ευχαριστώ για τον χρόνο σας, χαίρεται.”

Είχε εξαντλήσει πλέον όλες τις πληροφορίες; Μήπως έπρεπε να αποδεχότανε το γεγονός ότι μάλλον δεν θα ξεδιάλυνε το θέμα της πατρότητας του μωρού;
“Σκέψου Μαρία, σκέψου” είπε στον εαυτό της γιατί δεν ήθελε να παραδώσει τα όπλα αμάχητη. Ο ιατροδικαστής ανέφερε ότι το πτώμα ήταν 3 εβδομάδων έγκυος. Πότε έγινε το δυστύχημα; Στις 5 Ιανουαρίου. Η σύλληψη θα πρέπει τότε να συνέβη στην εβδομάδα από Πέμπτη 15 μέχρι και 22 Δεκεμβρίου. Η συνάντηση των blogger ήταν το Σάββατο στις 17 Δεκεμβρίου. Σύμπτωση; Μετά την κηδεία της Ζησοπουλου που ήταν προγραμματισμένη για την Τρίτη, δεν θα είχαν πλέον δυνατότητες να πάρουν DNA ίχνη από το έμβρυο για μια ανάλυση. Έπρεπε να ενεργήσει γρήγορα.
Έστειλε συναδέλφους να πάρουν DNA από τον Νικολόπουλο και τον Μιχαηλίδη και πήρε τον παθολόγο Πέτρο Αποστόλου τηλέφωνο. Του εξήγησε χωρίς αναπνοή, τελεία και κόμμα την πρόθεση της και θα έπρεπε λογικά να ήταν προετοιμασμένη, όμως για άλλη μια φορά έμεινε άναυδη από την απάντησή του.
Σιγά, σιγά…, πιείτε μια γουλιά νερό να ηρεμήσετε τους καρδιακούς σας παλμούς. Δεν υπάρχει λόγος για πανικό. Βεβαίως είχα προνοήσει να πάρω DNA δοκιμές, στο ψυγείο υπήρχε αρκετό υλικό από μητέρα και έμβρυο. Αν κάποιος από τους δυο άνδρες είναι ο πατέρας θα το δείξει το τεστ με σιγουριά ενός ποσοστού των 99,999 τις εκατό… Αλλά αλήθεια, δεν θα έπρεπε να ζητούσατε την DNA ανάλυση μόλις διαβάσατε την σημείωση στην ιατροδικαστική γνωμάτευση και όχι σήμερα μετά από μια μέρα καθυστέρηση;

Κατά τις εξίμιση αποφάσισε η Μαρία Ρίζου ότι μπορούσε πλέον να επιστρέψει στο σπίτι της. Αντιμετώπισε στωικά την κίνηση στους δρόμους, ευχαρίστησε την Ειρήνη για την επανειλημμένη βοήθειά της, έφαγε στα γρήγορα παρέα με την Κατερίνα και έπεσε στις 9 η ώρα ελάχιστα δευτερόλεπτα μετά από την κόρη της πτώμα στην κούραση για ύπνο.

Τρίτη 2.23 πμ

Ντριν, ντριν, ντριιιιιιν….ντριν, ντριν, ντριιιιιιν ακούστηκε το τηλέφωνο δίπλα στο κρεβάτι της επιθεωρητού Ρίζου.
Ήταν κακό σημάδι όταν χτυπούσε μέσα στην νύχτα. Tι είχε συμβεί που δεν μπορούσε να περιμένει μέχρι το πρωί; Και άλλο πτώμα άραγε; Η Ρίζου δεν είχε καμιά διάθεση να το σηκώσει, ήθελε να συνεχίσει το όνειρό της, είχε ακόμα 4 ώρες ύπνου, αλλά αν δεν απαντούσε σύντομα, θα ξύπναγε η Κατερίνα.

Λε… λέγεται; ρώτησε σηκώνοντας το τηλέφωνο και με δυσκολία μπορούσε να ελέγξει τα λόγια της από την νύστα.
Ήταν ο καλός της άγγελος και τηλεφωνούσε από το αστυνομικό τμήμα. Μόλις πήρε ένα ασθενοφόρο τον Γαβρίλη Παπαγιάννη, είχε κάνει απόπειρα αυτοκτονίας καταπίνοντας 4 λάμπες προβολέων αυτοκινήτων. Στο πάτωμα του κελιού βρήκανε ένα λερωμένο με αίματα κομμάτι χαρτί, όπου ο κρατούμενος είχε προλάβει να γράψει τις επόμενες 8 λέξεις:
Δεν σκότωσα εγώ την Ζησοπούλου. Συγχώρα με Βάσω!

Ο αρμόδιος υπάλληλος δήλωσε αργότερα ότι ναι μεν παραξενεύτηκε όταν είδε τις λάμπες σε μια από τις τσέπες του παντελονιού του Παπαγιάννη αλλά δεν σκέφτηκε ότι θα μπορούσαν να αποτελέσουν πρόβλημα και έτσι δεν τις αφαίρεσε όπως θα έκανε βάση κανονισμού για μια ζώνη, τα κορδόνια των παπουτσιών ή για άλλα αιχμηρά αντικείμενα.

-Συνεχίζεται-

ΥΓ. H ιστορία και τα πρόσωπα της αστυνομικής ιστορίας είναι φανταστικά και ουδεμία ομοιότητα έχουν με καταστάσεις και
πρόσωπα της πραγματικότητας.

Aστυνομικο (Aνθρωπινες καμπιες…)

-“Κύριε Παπαγιάννη” είπε η επιθεωρητής Ρίζου μπαίνοντας στο ανακριτικό δωμάτιο και ο ήχος της λέξης κύριε σε συνδυασμό με το Παπαγιάννη ξένιζε αφάνταστα στα αυτιά της. Συνέχισε όμως γρήγορα προκειμένου να αποφύγει το ενδεχόμενο να επαναλάβει τα μόλις λεχθέντα.
“Είπατε πως η κόρη της γειτόνισσάς σας γνώριζε την Δήμητρα Ζησοπούλου από το νηπιαγωγείο. Η Ζησοπουλου σας μίλησε ποτέ για την μικρή;”
-“Πως…; Όχι, δεν νομίζω. Γιατί άλλωστε;”

-“Ίσως γιατί ανησυχούσε για την συμπεριφορά της μικρής; Δεν σας ρώτησε αν την ξέρετε;”
-“Όχι, είχε αλλάξει η συμπεριφορά της Βάσως; Δεν το είχα προσέξει.”

-“Σίγουρα; Δεν σας ενοχλεί αλήθεια όταν έρχεται σε εσάς, για να παίζει μόνον με τον σκύλο σας;”
-“Όχι, γιατί να με ενοχλεί, δεν είναι η μόνη στην γειτονιά που έρχεται. Αν μπορώ να δώσω λίγη χαρά στα παιδιά το κάνω ευχαρίστως.”

-“Αν τις έδιναν χαρά τα παιχνίδια με τον σκύλο, δεν θα έπρεπε να είναι τώρα καλά;”
-“Δεν είναι; Αλήθεια, στείλατε ολόκληρο περιπολικό να με φέρει στο τμήμα για να συζητήσουμε για μια τετράχρονη;”

-“Δεν είναι ακόμα τεσσάρων, παρά τριάμισι, δεν το ξέρατε;”
-“Δεν με ενδιαφέρει πόσο χρόνων είναι, μπορώ να φύγω;” ρώτησε με ανυπομονησία στην φωνή γιατί η ανάκριση κατευθυνόταν σε επικίνδυνα θέματα.

-“Αλήθεια δεν είναι περίεργο που ένα άτομο της ηλικίας σας,… πόσο χρόνων είστε κύριε Παπαγιάννη;” συνέχισε αγνοώντας την ερώτηση του και τονίζοντας περίεργα την προτελευταία λέξη.
-“Εικοσιτριων.”

-“Λοιπόν ένας νεαρός 23 χρόνων να περνά τον χρόνο του με παιδιά του νηπιαγωγείου;”
-“Σας είπα δεν με ενοχλεί, έχω μικρά αδέλφια και ξαδέλφια και ξέρω από μικρά παιδιά.”

-“Μα καλά για πόσο ηλίθια με νομίζετε”, ξέσπασε η Μαρία Ρίζου χτυπώντας με δύναμη τα δυο χέρια της κλεισμένα σε γροθιές στο τραπέζι. Ο απότομος βρόντος έκανε τον Γαβρίλη Παπαγιάννη να τιναχτεί στην καρέκλα του στα αριστερά της επιθεωρητού.

“Δολώσατε την μικρή Τριανταφυλλίδου με τον σκύλο προκειμένου να σας επισκέπτεται. Στην αρχή την αφήσατε μάλλον να παίζει με εκείνον, ίσως και να τον βγάζατε παρέα βόλτα ή να πηγαίνατε μαζί στο πάρκο. Μπορεί και η μητέρα της Τριανταφυλλιδου να χαιρότανε για τον ανέλπιστο ελεύθερο χρόνο που της παρείχαν οι επισκέψεις της σε εσάς. Όμως από κάποια στιγμή και έπειτα αρχίσατε την κακοποίηση. Σίγουρα αργά αργά, σίγουρα μεταξύ γλυκού και ζαχαρωτού, σίγουρα μεταξύ παιχνιδιού και σοβαρού, ίσως χωρίς σωματική βια. Μάλλον σκεφτήκατε ότι η σωματική βια θα τρόμαζε την μικρή και θα απόφευγε να ξαναερχόταν. Ίσως και να της είπατε ότι αν δεν μπορούσε να κρατήσει το μυστικό σας, δεν θα την αφήνανε πλέον να έρχεται να παίζει με τον σκύλο. Ίσως να την τρομάξατε με το να της πείτε πως αν μαθαινόταν το μυστικό θα συνέβαινε κάτι κακό στους γονείς τις. Όπως και να έχει ικανοποιήσατε την σεξουαλική σας διαστροφή με το να επιβληθείτε σε ένα κοριτσάκι τριάμισι χρόνων. Ένας 23χρονος. Πόσο σας λυπάμαι. Διορθώνω, δεν λυπάμαι εσάς, παρά την φίλη σας. Χαρά στον άνδρα που βρήκε. Ένα θρασύδειλο ανδρείκελο. Ένα τέρας. Σίγουρα τρέματε την στιγμή που θα ανακάλυπτε η φίλη σας την αλήθεια, αλλά δεν μπορούσατε και να βάλετε ένα τέρμα στις κακοποιήσεις τις μικρής. Στοιχηματίζω ότι το διεστραμμένο μυαλό σας πλέον δεν μπορούσε να ερεθιστεί ερωτικά αν δεν ξαναζούσατε νοερά τις σκηνές της σεξουαλικής κακοποίησης. Ποια η διαφορά ενός σκουληκιού από εσάς; Τουλάχιστον το σκουλήκι δεν είχε άλλη επιλογή από το να δεχτεί τον ρόλο που του δόθηκε από την φύση. Εσείς είστε σκουλήκι γιατί το επιλέξατε.”

Με κάθε λέξη της επιθεωρητού μαζευόταν ο Παπαγιάννης και περισσότερο σε ένα ολοένα και μικρότερο κουβάρι. Έκρυβε το κεφάλι του ανάμεσα στα χέρια του, ελπίζοντας έτσι να προστατευθεί από τον ήχο των λέξεων της Μαρίας Ρίζου. Πονούσαν τα λόγια. Πονούσαν οι κατηγορίες, γιατί ήξερε ότι ήταν αληθείς, γιατί τις είχε πει στον εαυτό του χιλιάδες φορές νωρίτερα, γιατί δεν ήταν τόσο σάπιος ώστε να μην αναγνωρίζει το παράλογο, το ακατανόμαστο των πράξεών του. Όμως ηταν αδυναμος ολα αυτα τα χρονια να επιβληθει στον ευατο του, να αντισταθει στις ορμες του. Ειχε δικαιο η επιθεωρητης Ριζου, δεν ειχε ουτε ιχνος αυτοπεποιθησης μεσα του να αντικρουσει τις κατηγοριες της. Η μόνη αντιμετώπιση που του ήταν εφικτή ήταν να μυξοκλαίει, σαν ένα παιδί που πιάστηκε στα πράσα την στιγμή της ζαβολιάς. Η μύτη του άρχισε για δεύτερη φορά στην διάρκεια εκείνης της ημέρας να στάζει.

Η Ρίζου τον κοίταζε έτσι άθλιο, μυξιάρικο και φοβισμένο, και σκεφτόταν πως ίσως για πρώτη φορά στην ζωή ταυτιζόταν η εξωτερική του παρουσία με τον πραγματικό του εσωτερικό κόσμο. Κάτι σαν ένα αντίστροφο ασχημόπαπο, μια πεταλούδα που ζει τα αντίθετα στάδια εξέλιξης, μέχρι να καταλήξει να γίνει μια τριχωτή και γλοιώδης κάμπια.
Παράσιτο, μόνον αυτή η λέξη περιέγραφε σωστά αυτό το ανδρείκελο που καμπούριαζε στην καρέκλα δίπλα της.

“Η Δήμητρα Ζησοπουλου ήξερε τι είχατε κάνει στην Τριανταφυλλιδου, έτσι δεν είναι; Για αυτό πήρε τηλέφωνο το πρωινό της Πέμπτης, τι είπε;”
-“Μου… είπε ότι θα το έλεγε στην διευθύντρια και στην αστυνομία αν δεν έβαζα αμέσως ένα τέρμα στις επισκέψεις της Βασως. Την διαβεβαίωσα ότι δεν είναι αλήθεια και ότι ποτέ δεν θα περνούσε από το μυαλό μου να της κάνω κακό. Της ζήτησα να έρθει στο συνεργείο να τα πούμε και από κοντά, αλλά δεν δέχτηκε. Πήγα στο νηπιαγωγείο, ήξερα που ήταν και περίμενα εκεί να την συναντήσω πριν αρχίσει την δουλειά. Ήθελα να την πείσω ότι όλα είναι δημιουργήματα της φαντασίας της μικρής. Αν τα μικρά παιδιά δημιουργούν εικονικούς φίλους για να παίξουν όταν βαριούνται, μπορούν και να πουν ψέματα για να τραβήξουν την προσοχή των μεγάλων.”

-“Και τότε, αφού δεν σας πίστεψε, κόψατε κάποια στιγμή που δεν κοίταγε κάνεις το σωληνάκι, προκείμενου να την φοβίσετε με το ατύχημα να μην το πει σε κανέναν άλλον. Όμως αντί να χτυπήσει μόνον λίγο με το αυτοκίνητο, να γρατζουνιστεί η λαμαρίνα, βρέθηκε εκείνο το δέντρο μπροστά της και της σούβλισαν τα σπασμένα πλευρά την καρδιά και τους πνεύμονες. Δεν είχατε πρόθεση μάλλον να την σκοτώσετε, δεν είχατε το θάρρος. Πότε είχατε ποτέ θάρρος στην ζωή σας άλλωστε; Θέλατε να την τρομάξετε, αλλά τώρα είναι νεκρή. Ηλίθια σύμπτωση αυτή με το δέντρο, έτσι δεν είναι;”

-“Όχι, πρέπει να με πιστέψετε, μπορεί να έκανα ότι έκανα με την Βάσω, το αυτοκίνητο της Ζησοπούλου όμως δεν το πείραξα. Αλήθεια σας λέω, στην ζωή μου…” και σιώπησε ξαφνικά συνειδητοποιώντας ότι στα μάτια της επιθεωρητου δεν είχε και πολύ μεγάλη αξία ο όρκος του.
Αν ήταν ειλικρινής με τον εαυτό του, θα έπρεπε να παραδεχτεί ότι για κανέναν πλέον δεν είχε η ζωή του κάποια ιδιαίτερη αξία, ούτε για τους άλλους αλλά ακόμα λιγότερο για εκείνον τον ίδιο.

-Συνεχίζεται-

ΥΓ. H ιστορία και τα πρόσωπα της αστυνομικής ιστορίας είναι φανταστικά και ουδεμία ομοιότητα έχουν με καταστάσεις και πρόσωπα της πραγματικότητας.