Ο τοπος του εγκλήματος (Ιστορια με την Μαρια Ριζου)

«Εντάξει;» ρώτησε η Μαρία Ρίζου πριν κλείσει την πόρτα του αυτοκινήτου που θα μετέφερε τον μικρό Αλέξη στο νοσοκομείο και έλεγξε με το βλέμμα της πρώτα την αντίδραση του παιδιού και μετά της ψυχολόγου δίπλα του.
«Τότε στο καλό» πρόσθεσε, βλέποντας τις συγκαταβατικές ματιές τους.
Προσπάθησε να αποφύγει τον θόρυβο που κάνει η πόρτα κλείνοντας σπρώχνοντάς την μαλακά. Δεν τα κατάφερε και όταν ο χαρακτηριστικός και ξαφνικός γδούπος έκανε το παιδί να αναπηδήσει από το φόβο του, ένιωσε η Ρίζου μια απέραντη απογοήτευση και αίσθηση αδυναμίας να την κυριεύει.

«Όπως σου είπα στο τηλέφωνο» άρχισε ο Τίμος Κωσταντινίδης να εξηγεί αφού ενημερώθηκε από την επιθεωρητή για το ατύχημα στα φανάρια. «Μας καλέσανε οι γείτονες. Όπως βλέπεις σε αυτό τον δρόμο είναι μόνον σχετικά καινούργιες μονοκατοικίες. Τα μοντέρνα υλικά κατασκευής των κτιρίων, η σχετική απόσταση μεταξύ των μονοκατοικιών αλλά και τα φυτά και τα δέντρα που τα περικλείουν παρέχουν μια γενικά καλή ηχομόνωση. Με λίγα λόγια, οι γείτονες δεν είναι συνηθισμένοι στην φασαρία. Μας κάλεσαν λοιπόν από δυο διαφορετικά σπίτια, ο γείτονας στα αριστερά και η γειτόνισσα από την άλλη μεριά του δρόμου γιατί άκουσαν θόρυβο να έρχεται από μέσα από το σπίτι, φωνές και παιδικά κλάματα. Ο γείτονας έκοβε εκείνη την ώρα με το ψαλίδι κηπουρικής τα διαχωριστικά λιγούστρα, και η γειτόνισσα έβγαζε τα σκουπίδια. Στην αρχή δεν αξιολόγησαν το συμβάν αρνητικά, άλλωστε σχολίασαν το γεγονός ότι τα σημερινά παιδιά είναι πολύ ανυπάκουα και πραγματικά οι γονείς χρειάζονται όλα τα αποθέματα ενέργειάς τους για την διαπαιδαγώγηση. Όμως όταν ξαφνικά ακούστηκαν κραυγές και πυροβολισμοί κατάλαβαν ότι η κατάσταση είχε ξεπεράσει κάθε όριο. Φοβούμενοι για το τί θα αντιμετωπίσουν στο σπίτι, αντί να πάνε να βοηθήσουν εκεί, έτρεξαν στα σπίτια τους και πήραν τηλέφωνο την άμεση δράση. Φτάσαμε ταυτόχρονα με τα ασθενοφόρα. Το σπίτι είναι όπως βλέπεις άνω κάτω, την μητέρα την βρήκαμε στο υπνοδωμάτιο, το μωρό στην κούνια του, κάτω από ένα μεγάλο μαξιλάρι, και την μικρή στο μπάνιο. Στο σώμα της μητέρας υπάρχουν πληγές από δυο σφαίρες, το μωρό δεν είχε σημάδια κακοποίησης, αλλά στο λαιμό της μικρής φαίνονται καθαρά τα αποτυπώματα μιας μεγάλης παλάμης. Στείλαμε τα σώματα ήδη στο ιατροδικαστή, η σήμανση τέλειωσε με τα δωμάτια, θέλεις να ρήξεις και εσύ μια ματιά, έχεις χρόνο;»

Το υπνοδωμάτιο βρισκόταν στον πρώτο όροφο του σπιτιού. Η επιθεωρητής Μαρία Ρίζου δεν δυσκολεύτηκε να το βρει. Η ανοιχτή πόρτα του δωματίου που έβλεπε κανείς όταν στεκότανε στην κορυφή της σκάλας άφηνε ελεύθερη την θέα ενός άσπρου άστρωτου κρεβατιού με ματωμένα παπλώματα και σεντόνια. Δεν ήταν φανερό, αν η ανακατωσούρα στο δωμάτιο ήταν αποτέλεσμα πάλης δυο ατόμων, ή όχι. Τα συρτάρια του κομοδίνου ήταν αναποδογυρισμένα, η ντουλάπα ανοιγμένη και τα μισά ρούχα είχαν πέσει στο πάτωμα. Μερικά από αυτά είχαν ίχνη αίματος. Υπόλοιπα αίματος υπήρχαν στο ακουστικό του τηλεφώνου που ήταν πεσμένο στο πάτωμα στην δεξιά πλευρά του κρεβατιού, στον διακόπτη του ρεύματος και στα κουφώματα μιας δεύτερης πόρτας η οποία οδηγούσε σε ένα άλλο δωμάτιο προς στα δεξιά. Μπήκε μέσα και είδε ένα οβάλ καλάθι κρεμασμένο στο ταβάνι με τρία χοντρά σκοινιά, το οποίο θα πρέπει να χρησίμευε ως κούνια και κρεβάτι για το μωρό. Στο καλάθι δεν υπήρχε βεβαίως τίποτε άλλο από το στρωματάκι, αφού κατά πάσα περίπτωση το μαξιλάρι το οποίο είχε αναφέρει ο Τίμος Κωνσταντινίδης θα το είχε πάρει η σήμανση για ανάλυση. Αυτό το δωμάτιο δεν έδειχνε ακατάστατο. Τα προϊόντα για την καθημερινή περιποίηση του μωρού ήσαν τακτικά τοποθετημένα, στολισμένα θα έλεγε κανείς, πάνω στο κομοδίνο. Τα μικρά μαλακά παιχνιδάκια και ζωάκια βρισκόντουσαν σε άσπρα ράφια αναρτημένα γύρω γύρω στους τοίχους. Οι κουρτίνες, θαλασσιές με άσπρα συννεφάκια, ήταν ριγμένες συμμετρικά αριστερά και δεξιά του παραθύρου. Οι τοίχοι του δωματίου ήταν βαμμένοι θαλασσί, στο ίδιο χρώμα που ήταν και το χαλί πάνω στο ξύλινο παρκέ στο οποίο το μοτίβο με τα άσπρα συννεφάκια επαναλαμβανόταν. Το δωμάτιο ήταν ένας οπτικός παράδεισος, αλλά ξέροντας πως το μωράκι για το οποίο προοριζόταν δεν υπήρχε πλέον, της έκανε μια άδεια και κρύα αίσθηση.
Βγήκε από το δωμάτιο χρησιμοποιώντας μια δεύτερη πόρτα που την επανέφερε στο διάδρομο, άνοιξε την πρώτη πόρτα που βρήκε στα αριστερά της και μπήκε στο μπάνιο. Η μπανιέρα ήταν γεμάτη μέχρι την μέση με χρωματισμένο μπλε νερό. Στον πάτο της ήσαν αστερίες και ιππόκαμποι, μάλλον πλαστικοί, και στην επιφάνεια έπλεαν τρεις γοργόνες με ξανθά μαλλιά και ροζ ασημένια μπλουζάκια.
«Εδώ θα πρέπει να έπαιζε το δεύτερο παιδί, το κοριτσάκι» σκέφτηκε η επιθεωρητής και πάτησε, προσεκτικά ώστε να μην αφήσει δαχτυλικά αποτυπώματα, το play στο παιδικό κασετοφωνάκι που βρισκότανε στο πάτωμα μπροστά της. Χαρούμενα τραγούδια και παιδικές φωνές γέμισαν το μπάνιο. Αν η μικρή άκουγε κασετόφωνο παίζοντας, ήταν απίθανο να πήρε είδηση τυχόν φωνές ή καβγάδες από τα άλλα δωμάτια του σπιτιού και σίγουρα θα πρέπει να αιφνιδιάσθηκε από τους πυροβολισμούς. Και εδώ, αν εξαιρούσε κανείς την μπανιέρα και το κασετόφωνο μοιάζανε όλα στην θέση τους.

Περιεργάστηκε τα άλλα δωμάτια του ορόφου. Το παιδικό στην άλλη πλευρά του διαδρόμου, εκεί που βρισκόταν η ντουλάπα στην οποία κρύφτηκε ο μεγάλος γιος της οικογένειας και ένα μικρότερο μπάνιο με ντουζιέρα. Κατέβηκε την σκάλα και βρέθηκε στην κουζίνα, ποτήρια νερού στον νεροχύτη, περιοδικά, νερομπογιές και φύλλα χαρτί με ζωγραφιές στο τραπέζι. Η πόρτα του πλυντηρίου πιάτων μισάνοιχτη, τα καθαρά πιατικά και μαχαιροπίρουνα από μέσα αχνίζανε ακόμα. Υπόλοιπα αίματος στο χερούλι του.
Αναρωτήθηκε αν αλήθεια η Βασιλική Λέκα έμενε μόνη στο σπίτι με τα παιδιά της. Στο καθιστικό βρήκε μια μεγεθυμένη φωτογραφία της οικογένειας. 5 άτομα, γυναίκα, άνδρας 2 μικρά παιδιά και ένα μωρό. Ο σύζυγος; Μάλλον… Έπρεπε να ρωτήσει τον καλό της άγγελο αν έχει ενημερωθεί ο πατέρας τον παιδιών και αν οι γείτονες είδαν κάποιον να φεύγει από το σπίτι μετά τους πυροβολισμούς.
«Tίμο, να σε ρωτήσω κάτι….»

Η ιστορια ψαχνει…

Η ιστορία ψάχνει την συνέχειά της.
Αντί για αυτή βρίσκει την ομορφιά.
Schönheit
Την βλέπει η ViSta και συλλογίζεται…
Ανοίξετε μάτια να δεχθείτε την θέα.
Ανοίξτε αυτιά να ακούσετε τα πουλάκια.
Άνοιξε μυαλό να δεχτείς την ιστορία…

Kαληνύχτα :-)

Το παιδι μες τη ντουλαπα (Ιστορια με την Μαρια Ριζου)

«Λυπάμαι επιθεωρητά, αλλά οι επισκευές δεν έχουν νόημα για ένα αυτοκίνητο τέτοιας ηλικίας και με τα χιλιόμετρα που έχει κάνει. Καλό θα είναι να αρχίσετε να κάνετε σκέψεις για το πως θα το αντικαταστήσετε. Άμα θέλετε μπορούμε να σας δώσουμε ένα υπηρεσιακό μέχρι να αποφασίσετε τί θα κάνετε με το δικό σας, για να δω, τί είναι ελεύθερο αυτή την στιγμή…» είπε ο υπάλληλος του τεχνικού τμήματος της αστυνομίας καθώς διάβαζε μια λίστα. Η Μαρία Ρίζου προτίμησε να φέρει το polo της στην σήμανση αντί στο συνεργείο. Σκέφτηκε πως οι συνάδελφοι είχαν τις απαραίτητες γνώσεις να την πληροφορήσουν για την πραγματική κατάστασή του και δεν είχαν κίνητρο να θέλουν να την παρακινήσουν σε μια καινούργια αγορά, αν αυτή δεν ήταν απολύτως απαραίτητη. Αναρωτήθηκε που θα έπρεπε να πάει να κοιτάξει άμα πραγματικά θα χρειαζόταν να αγοράσει ένα άλλο αυτοκίνητο. Το όνομα του Αριστοτέλη Μαύρου ήρθε πρώτο στο μυαλό της, ενός μηχανικού με μάντρα πωλήσεων και αγορών αυτοκινήτων που είχε γνωρίσει ερευνώντας τις συνθήκες και τα αίτια του θανάτου μιας νηπιαγωγού. Δεν τον είχε σε καλή ανάμνηση. Ναι μεν δεν ήταν αυτός ο δολοφόνος αλλά η άρνησή του να συνεργαστεί για την διαλεύκανση της υπόθεσης, καθώς και κάποια άλλα μικρότερα «παραπατήματά» του, που ενδιέφεραν την αστυνομία οικονομικών εγκλημάτων, την έκαναν να μην τον πολυσυμπαθεί. Από την άλλη όμως, better the devil you know, θύμισε στον εαυτό της. Σίγουρα δεν θα τολμούσε να την γελάσει. Ποιός θα ήταν τόσο ηλίθιος και θα προσπαθούσε να γελάσει ένα αστυνομικό; Πόσο μάλλον κάποιος που την είχε γνωρίσει κατά την διάρκεια μιας υπόθεσης, είχε υποστεί την ανάκρισή της και ήξερε ότι θα μπορούσε να έβαζε την σήμανση να ελέγξει το αυτοκίνητο για να σιγουρευτεί ότι δεν υπήρχε το ελάχιστο πρόβλημα. Ναι έτσι θα έκανε, όσο το σκεφτότανε τόσο πιο σίγουρη γινόταν για την ορθότητα της απόφασής της. Πήρε τα κλειδιά ενός Opel Vectra που της πρότειναν και κατευθύνθηκε προς το γραφείο της. Ήταν περίεργη τί θα μάθαινε από την τροχαία για την κάτοχο του Chrysler.
«Καλημέρα, επιθεωρητής Ρίζου στο ακουστικό, όλα καλά με την κάτοχο του αυτοκινήτου που σας ζήτησα να ελέγξετε;» ρώτησε.

«Πώς; Α ωραία. Σας ευχαριστώ πολύ και καλή σας μέρα» είπε και έκλεισε το τηλέφωνο.
Το όνομα και η διεύθυνση συμπίπταν λοιπόν με αυτά από την κάρτα της γυναίκας. Η Ρίζου αναρωτιόταν τί θα έπρεπε να κάνει. Κανονικά αφού προκάλεσε ένα ατύχημα με υλικές ζημιές θα έπρεπε να ενημερώσει την ασφάλεια. Η Βασιλική Λέκα, έτσι λεγόταν η ιδιοκτήτρια του Chrysler, της πρότεινε λεφτά, αναγνώρισε με αυτόν τον τρόπο ότι για το ατύχημα ήταν εκείνη υπεύθυνη. Άμα η ασφάλεια όμως το μάθαινε θα της ανέβαζε τα ασφάλιστρα, άσε που τα έξοδα του Chrysler θα τα πλήρωνε όλα μόνη της. Το καινούργιο αυτοκίνητο έτσι και αλλιώς.
Αν όμως δεν το δήλωνε, αν συνεννοούνταν με την Λέκα χωρίς ασφάλειες ίσως βρίσκανε μια πιο οικονομική λύση. Επέλεξε να την πάρει τηλέφωνο. Σχημάτισε το νούμερο και το άφησε να χτυπήσει 8 φορές. Έκανε την κίνηση να το κλείσει όταν άκουσε μια ανδρική φωνή να απαντά… «Επιθεωρητής Τίμος Κωσταντινίδης, Εγκληματολογικό Αθήνας ποιός είναι στο ακουστικό;»
«Τίμο εσύ; … Πώς; Η Μαρία είμαι, Μαρία Ρίζου, με την Βασιλική Λέκα ήθελα να μιλήσω. Συνέβη τίποτε;» απάντησε εντελώς σαστισμένη στον «καλό της άγγελο».
Έτσι ονόμαζε τον συνάδελφο Τίμο Κωσταντινίδη, ένα από τους αστυνομικούς του τμήματος στο οποίο δούλευε και με τον οποίο συνεργαζόταν συχνά και ευχαρίστως.
«Μαρία… τί έκπληξη… την ήξερες την οικογένεια; Λυπάμαι αλλά η Βασιλική Λέκα είναι νεκρή μαζί με δύο από τα παιδιά της. Μας καλέσαν οι γείτονες γιατί ακούσανε πυροβολισμούς και κραυγές. Μήπως μπορείς να έρθεις; Το τρίτο παιδί της κατάφερε να κρυφτεί σε μια ντουλάπα, αλλά έχει πάθει, όπως είναι φυσικό, σοκ και δεν μας αφήνει να το αγγίξουμε ή να το εξετάσει η γιατρός. Θα μπορούσες εσύ, να μας βοηθήσεις; Ίσως εσύ ως μητέρα να μπορείς να βρεις τρόπο να επικοινωνήσεις μαζί του. Τί λές;»
«Σε μισή ώρα θα είμαι εκεί» είπε η επιθεωρητής Ρίζου, σηκώθηκε από την καρέκλα του γραφείου της, έλεγξε τα κλειδιά του opel στην τσέπη της και ήλπισε να μην χασομερήσει ψάχνοντάς το ανάμεσα στα άλλα παρκαρισμένα αυτοκίνητα της αστυνομίας μπροστά στο τμήμα.

Το παιδί, ένα ξανθό και όμορφο αγοράκι 6 χρονών, βρισκόταν ακόμα στο παιδικό δωμάτιο. Κανείς δεν τόλμησε, ή μήπως δεν τα κατάφερε να το βγάλει έξω, και έτσι καθόταν κρατώντας σφιχτά αγκαλιασμένα τα πόδια προς το σώμα του μέσα στην ανοιχτή ντουλάπα, ανάμεσα στα ρούχα που πέφταν αριστερά και δεξιά του και κοιτούσε χλωμό και αμίλητο τα γόνατά του. Η θέα του έκανε την καρδιά της Μαρίας Ρίζου να σφιχτεί. Πάντα είχε πρόβλημα να αντιμετωπίσει την βία και το έγκλημα αν αυτό κατευθυνότανε σε ανυπεράσπιστα παιδιά, αλλά από τότε που έγινε μητέρα μιας πανέμορφης μικρής, της Κατερινούλας της, της είχε γίνει ιδιαίτερα δύσκολο.
«Αλέξη…» άρχισε η Ρίζου με χαμηλωμένη φωνή, «μπορώ να καθίσω δίπλα σου;»
Χωρίς να απελευθερώσει τα πόδια από τα χέρια του, κούνησε το παιδί καταφατικά το κεφάλι.
Η επιθεωρητής έκανε λίγο χώρο στα ρούχα και κάθισε στα αριστερά του μέσα στην ντουλάπα.
Θα ήταν μια από την πιο δύσκολες στιγμές της καριέρας της ως αστυνομικός, αλλά ήταν διατεθειμένη να βάλει τα μέγιστα δυνατά της και να βοηθήσει το αγοράκι να ξεπεράσει αυτή την τραγική στιγμή. Όμως πως μπορούσε αλήθεια να παρηγορήσει ένα εξάχρονο που έχει χάσει τα πάντα στην ζωή του; Γιατί το παιδί είχε καταλάβει πως δεν θα ξανάβλεπε ποτέ ζωντανούς την μητέρα και τα αδέρφια του και τίποτε δεν θα ήταν πλέον το ίδιο όπως πριν.
….