Στον παιδίατρο…

Γεμάτο το δωμάτιο αναμονής στην παιδίατρο, όλα τα καθίσματα πιασμένα, το πάτωμα σπαρμένο με παιχνίδια και ο μικρός ωχρός και με σκούρα δαχτυλίδια γύρω από τα μάτια. “Είναι γεμάτο” της είχε πει μια μητέρα βλέποντάς την να σπρώχνει την πόρτα του ιατρείου για να την ανοίξει. “Τι να κάνουμε” απάντησε “θα περιμένουμε” έτσι και αλλιώς δεν μπορούσε να κάνει τίποτε άλλο. Δυο ώρες νωρίτερα είχε πάρει τηλέφωνο στο ιατρείο ό,τι θα χρειαζόταν ένα παραπεμπτικό και πως θα περνούσε το απόγευμα στις πέντε για να το πάρει. Η βοηθός της γιατρού είχε συμφωνήσει να το ετοιμάσει έγκαιρα και να μην χρειαστούν έτσι να περιμένουν, μισή ώρα αργότερα όμως ήρθε το τηλεφώνημα από το νηπιαγωγείο που ανέτρεψε όλο το πρόγραμμα. “Εχουμε ένα πρόβλημα” της είπε η κοπέλα, “πονά η κοιλιά του μικρού και κλαίει γιατί δεν περνά, θα έρθετε να τον πάρετε;” Φυσικά και πήγε, τι ερώτηση… Πήγε, τον πήρε και τώρα βρισκόταν στο χώρο αναμονής περιμένοντας να έρθει η σειρά τους να δουν την γιατρό. Τα παιδάκια στην αίθουσα, διαφορετικής ηλικίας, κοινωνικής τάξης και με ανάλογα διαφορετικούς γονείς καταγόμενους από χίλια και ένα κράτη. “Πόσοι αλήθεια να είχαν την ιθαγένεια;” της πέρασε από το μυαλό να ρωτήσει, αλλά τι σημασία είχε η απάντηση; Τουλάχιστον για τα παιδιά; Μια τέτοια ερώτηση ξεπερνά τα όρια αυτών που μπορούν να καταλάβουν. Σημαντικό για αυτά δεν είναι η ιθαγένεια αλλά αν μπορούν να παίξουν είτε μόνα του είτε με παρέα με τα παιχνίδια που βλέπουν τριγύρω τους και το ερώτημα αν πονούν ή όχι. Πονούν ή δεν νοιώθουν καλά, αγνοούν παντελώς όλους τους άλλους και τα πάντα τριγύρω τους. Νοιώθουν κάπως καλά, τότε ασχολούνται με τα παιχνίδια. Συντονίζονται με άλλα παιδάκια; Έχει καλώς. Στην αντίθετη περίπτωση θα ασχοληθούν με ένα παιχνίδι και θα αμυνθούν το δικαίωμά τους για αποκλειστικότητα. Έτσι λοιπόν παίζουν τα παιδιά, λίγο ή περισσότερο φιλικά μεταξύ τους, όσο οι γονείς χασμουριούνται, ασχολούνται με τα κινητά τους ή αγκαλιάζουν εκείνα τα παιδιά, που δεν έχουν διάθεση για παιχνίδι… και περνούν τα λεπτά, και περνά η ώρα, και η αίθουσα αναμονής γεμίζει και αδειάζει…
“Πόση ώρα περιμένατε” άκουσε την γιατρό να την ρωτά και ξαφνιάστηκε. Το ρολόι του τοίχου έδειχνε μία το μεσημέρι, πότε έφτασαν στο ιατρείο; Έντεκα παρά; Έντεκα και; Ιδέα δεν είχε… “Αχ τι σημασία έχει;” απάντησε όσο βοηθούσε τον μικρό να βγάλει τα ρούχα του, “σημαντικό είναι πως τώρα είναι η σειρά μας… ερχόμαστε από το νηπιαγωγείο γιατί στα ξαφνικά πόνεσε η κοιλιά του και δεν έλεγε να ηρεμήσει”…

Ο χορός

“Και τώρα τι;” αναρωτήθηκε. Μπροστά της το άδειο αρχείο του κειμενογράφου, κάτω από τα δάχτυλά της τα φωτισμένα πλήκτρα του πληκτρολογίου, μαλακά, ζεστά αλλά και απόμακρα. Η οικειότητα που είχαν κάποτε τα δάχτυλα αποκτήσει, και από μόνα τους έβρισκαν την κατάληξή τους, που με ευχέρεια και χωρίς προσπάθεια κουνιόνταν ήταν ανάμνηση πλέον προ πολλού. Δεν είχε τίποτε το μηχανικό ή αυτόματο αυτή η κίνηση. Δεν ακολουθούσε κανόνες λογικής ή τεχνικής. Δεν υπάκουε σε μεθόδους άλλων, δεν υπήρχε για κάποιο σκοπό. Ήταν όμοια με την μουσική αυτή καθ΄αυτή ένας σκοπός, ένα λόγος, μια απόδειξη, μια αρχή και ένα τέλος, απλή και χωρίς προσπάθεια ενέργεια. Μια ενέργεια δημιουργίας, έκφρασης.
“Και τώρα τι;” επανέλαβε την ερώτησή της με την ελπίδα πως η επανάληψη θα παρουσίαζε μπροστά της την λύση που εδώ και καιρό ματαίως έψαχνε. Τώρα πως να έβρισκε ξανά το νήμα που φάνταζε μικρό και ανέφικτη η επανασύνδεσή της με αυτό, έτσι μακριά στον ορίζοντα όπου το άφησε να μαίνεται. Ήξερε αρκετά καλά τι είχε συμβεί από τότε που το κράταγε σταθερά στα δυο της χέρια. Δεν είχε νόημα να επιστρέφει στα περασμένα και να αναρωτιέται πως ήταν δυνατόν να αφήσει εξωτερικούς παράγοντες να την επηρεάσουν έτσι αρνητικά, να τους δώσει τέτοια μεγάλη ελευθερία ώστε να πάρουν τον έλεγχο των κινήσεών της. Και καλά να παρέμενε το θέμα εκεί, καλά να μην έλεγχε την κίνησή της, αλλά να μην είναι κύριος των σκέψεών της; Αυτή και αν ήταν κατάντια. Μια γυναίκα χωρίς σκέψεις… ποια αξία είχε πλέον; Ποια αξία έχει ένας άνθρωπος, ένας homo sapiens χωρίς σκέψεις; Πόσο πίσω στην ιστορία θα έπρεπε να ψάξει μέχρι να έβρισκε κάτι ανάλογό της. Αλλά αρκετά ασχολήθηκε το παρελθόν. Η στιγμή είχε πλέον φτάσει που ήθελε δεν ήθελε έπρεπε να κοιτάξει το παρόν και ήλπιζε πως αυτή την φορά θα ήταν αρκετά συνετή ώστε να μην ξεχαστεί και κάνει το λάθος να ασχοληθεί με το μέλλον. Ότι έγινε έγινε, και ό,τι θα γίνει, θα γίνει, ούτε παρελθόν αλλά ούτε και μέλλον δεν μπορούσε να ελέγξει, μήτε να τα αλλάξει. Όμως αυτά που συμβαίνουν τώρα, αυτά που κάτω από την μύτη της ευωδιάζουν, αυτά που μπροστά στα μάτια της εικόνες δημιουργούν, αυτά που γύρω από τα αφτιά της μελωδίες αφήνουν, αυτά που δίπλα της χορεύουν, με αυτά παρέα από τώρα θα κάνει. Αυτά παρέα θα της κάνουν, αυτά στο δέρμα της ίχνη θα αφήσουν, την ανάσα της θα επιταχύνουν, το μυαλό της θα γεμίσουν, τα όνειρά της θα συντροφέψουν, το ουρανό με συννεφάκια θα σποριάσουν, το δρόμο της θα περιβάλουν. Το δρόμο αυτόν που τα δάχτυλά της ξανά θα κάνουν, χορεύοντας για άλλη μια φορά πάνω στα μαλακά, ζεστά και οικεία πλήκτρα. Ναι δεν τον ξέχασε παντελώς τον τρόπο. Τίποτε δεν ξεχνιέται άλλωστε από αυτά που μαθαίνει κανείς στην διάρκεια της ζωής του, τίποτε δε χάνεται στα διπλώματα του εγκεφάλου. Δε σβήνεται απλά παραμένει ανενεργό και αχρείαστο αλλά γεμάτο πληροφορίες, μέχρι να βρεθεί ξανά η ευκαιρία, ή αναγκαιότητα ή απλά και μόνον το κουράγιο για να ανακαλεστούν.
Αυτά σκεφτόταν λοιπόν εκείνη όταν ξαφνικά συνειδητοποίησε πως χωρίς να το καταλάβει τα δάχτυλά της είχαν αρχίσει από μόνα τους αυτόν το μελωδικό και ευχάριστο χορό από πλήκτρο σε πλήκτρο, γράμμα σε γράμμα, κόμμα και τελείες, αρχή και τέλος.

Λάθος

Ένα μπουκάλι σε λάθος χώρο
ένα αρχείο σε λάθος τόπο
εμφιαλωμένο λάθος
αρχειοθετημένος τόπος