Ήταν αναστατωμένος. Ανήσυχος. Καιγόταν. Δε μπορούσε πια να συγκεντρωθεί όσο και να ήθελε. Όχι πλέον, σε κάτι άλλο. Η σκέψεις του ότι και αν έκανε γύριζαν ξανά και ξανά στο ίδιο αντικείμενο. Στην ίδια ιδέα. Στην μία ενασχόληση. Ήξερε πως για να ηρεμήσει δε θα βοηθούσε καμία στρατηγική. Κανένα σχέδιο αποφυγής ή αντιπερισπασμού. Έπρεπε να αντιμετωπίσει την ιδέα. Να την ακολουθήσει. Θαρραλέα και με υπομονή από την αρχή μέχρι το τέλος. Να μην ενδώσει σε κούραση, να μην ψάξει για γρήγορες λύσεις, να μην λιγοψυχήσει στα μισά του δρόμου όταν η βεβαιότητα πως κανείς δεν θα του κρατά το χέρι για συμπαράσταση έρθει ξεκάθαρη και επιβαρύνει την προσπάθειά του. Να μη πιστέψει την “αλεπού” ότι κυνηγά “κρεμαστάρια” και τα παρατήσει πριν της ώρας. Να αγωνιστεί. Να κουραστεί. Να επιχειρήσει. Να εξεταστεί από την επιχείρηση. Από την επιχείρηση όχι απαραιτήτως από το αποτέλεσμα. Να το κυνηγήσει, να το ψάξει. Να το βρει, να χαθεί μέσα του και να ξαναβρεί την διέξοδο, αλλά μόνον αν φανεί άξιος. Αν ήταν ειλικρινής. Αν ήταν γενναίος. Αν δεν ήταν μικρόψυχος. Αν είχε βρει τρόπο να μην προδώσει τον εαυτό του, ή το αποτέλεσμα της επιχείρησης στην απόπειρα της πραγματοποίησης και είχε φτάσει στον στόχο. Εφόσον κάποιος υπήρχε. Γιατί τίποτε δεν είναι σίγουρο. Κανένας δεν μπορούσε να εγγυηθεί πως αντικειμενικά υπήρχε ένα τέλος ή πως θα ήταν και ευτυχές.

Ήξερε τι θα έπρεπε να κάνει εάν θα ήθελε να βγει από την αναστάτωση. Ήξερε. Γνώριζε. Καταλάβαινε.
Είχε όμως και το κουράγιο να το κάνει; Ή θα άφηνε να προστεθεί στη αναστάτωση, ανησυχία, που ήδη τον έκαιγε και ο φόβος καθιστώντας τον ανίκανο να αντιδράσει για να προστατευθεί;

Του άφηνε η κατάσταση περιθώρια ελεύθερης επιλογής; Αν πραγματικά ήταν στο χέρι του να διαλέξει μεταξύ στασιμότητας ή το βήμα προς το αβέβαιο άγνωστο, ίσως και η απόφαση να ήταν κάποια άλλη. Όμως δεν εξαρτιόταν η αντίδρασή του από εκείνον. Από το μυαλό ή τις αναστολές του. Το ένστικτό του είχε ήδη διαλέξει πριν από εκείνον, για εκείνον με τη σιγουριά που μόνον αυτό μπορεί να έχει. Αν το ένστικτο δεν ήταν απόλυτο δε θα ήταν έτσι αναστατωμένος. Δε θα ήταν ανήσυχος. Δε θα καιγόταν για ένα καινούργιο “ταξίδι”.
Το ένστικτο τον έστελνε στο “δρόμο” και φυσικά εκείνος δεν είχε παρά να ακολουθήσει. την προτροπή. Το πως, το τι, το που όμως ήταν προσωπική και τελείως δική του υπόθεση.