“Σαν άνοιξη; Τι μας λες; Άνοιξη χειμωνιάτικα; Πάει τα έχασες πάλι” του ξέφυγε στα δυνατά διαβάζοντας το μήνυμα της καλύτερης φίλης του στο κινητό.

Κοίταξε τριγύρω του. Το ημερολόγιο τοίχου έδειχνε Τρίτη, 30 Δεκεμβρίου. Μπροστά από το Χριστουγεννιάτικο δέντρο στα δεξιά του στοιβάζονται τα σε γιορταστικά μοτίβα πακεταρισμένα δώρα. Το χιόνι στις στέγες των σπιτιών όπως φαίνονταν από το παράθυρο στα αριστερά του, δεν είχε ακόμα λιώσει. Ένοιωσε με το χέρι του την κοιλιά του. Μόλις μετά βίας είχε χωνέψει το Χριστουγεννιάτικο φαγοπότι της προηγούμενης εβδομάδας και οι επόμενες μέρες θα ήσαν πλούσιες σε θερμίδες. Αν όχι σε σταθερή μορφή, σίγουρα στην υγρή τους. Άμα θα άνοιγε το ψυγείο – και δεν βαριόταν όπως τώρα – θα έβρισκε αναψυκτικά, μπύρες και σαμπάνια. Είμαστε στη μέση του χειμώνα. Πιο χειμωνιάτικα δεν γίνεται σκέφτηκε. Τι την έπιασε την φίλη του να του γράφει πως για εκείνην είναι σαν άνοιξη; Πήγε διακοπές και του στέλνει μήνυμα από κάποιο ζεστό και τροπικό μέρος; Γιατί δεν του έγραψε τότε που βρίσκεται ακριβώς; Ξέχασε ή προσπαθούσε να σώσει χαρακτήρες για να μην γίνει ακριβό το μήνυμα άμα στέλνεται από το εξωτερικό;
Τίποτα. Δεν καταλάβαινε τίποτε. Ξαναδιάβασε το μήνυμα μήπως και βρει αυτή τη φορά ένα νόημα.
“Γεια σου Κωστάκη, είναι σαν άνοιξη! Έχω πολλά να σου πω. Εύχομαι να είσαι καλά. Ξεκουράσου, απόλαυσε τις μέρες, την συντροφιά της οικογένειάς σου, άντλησε καινούργια δύναμη. Θα την χρειαστείς όταν θα τα ξαναπούμε. Ρένα.”

Διάβαζε, ξαναδιάβαζε και συμπέραινε. Η φίλη του η Ρένα είτε τα είχε χάσει, είτε κάτι καλό της είχε συνέβη. Με όλη την αγάπη της φιλίας του προς εκείνη, ήλπιζε το δεύτερο σκέλος του συμπεράσματός του να ήταν αληθές. Τι θα του έλεγε άραγε; Δε θα αργούσε να το μάθει. Εδώ και καιρό είχαν κανονίσει να συναντηθούν το πρώτο Σάββατο του Ιανουαρίου. “Για καφέ ή τρέξιμο, ότι ο καιρός επιτρέψει” είχαν συμφωνήσει. Ξανακοίταξε το ημερολόγιο τοίχου, μέτρησε της μέρες. Σε τέσσερις μέρες θα ήξερε.