“Φεύγω, δε φεύγω;” επανέλαβε ξανά και ξανά μαδώντας την περίφημη μαργαριτούλα. Που την βρήκε καλοκαίρι καιρό, άλλο θέμα. Το σημαντικό ήταν τώρα να δει πιο αποτέλεσμα θα έφερνε το ξεμαδιασμένο λουλουδάκι. Ένα μικρό άνθος με αδιανόητα φοβερή δύναμη. Αφάνταστη επιρροή, χαράς το μέγεθός του. Το καημένο το φυτό. Κακοκαιρίες είχε ξεπεράσει, στις καλοκαιρίες δεν είχε μαραθεί, επιτελούσε με την ησυχία του φωτοσύνθεση μέχρι που ένας περίεργος έρχεται στα ξαφνικά και του κόβει το ανθάκι του. Πως να νοιώθει τώρα άραγε το κλωναράκι χωρίς άνθος; Γυμνό; Μισό; Βιασμένο; Ατελές;

Ατελές; Χμ, επικεντρώνεσαι μου φαίνεται σε δευτερεύοντα πράγματα και ξεχνάς τα σημαντικά. Θα έφευγε λοιπόν, ή δε θα έφευγε; Αυτό ήταν το πρωταρχικό ερώτημα αλλά που να ξέρεις και εσύ την απάντηση, αφού ούτε εκείνος δεν γνώριζε τι θα έκανε. Αν ήξερε τι θα ήθελε να κάνει δε θα τα έβαζε τώρα με το πρώτο μικρό και άπορο λουλουδάκι που έτυχε να βρεθεί μπροστά του. Θα έκανε αυτό που νόμιζε σωστό και δε θα έδινε σε κανένα λογαριασμό, αλλά έλα που δεν ήταν σίγουρος. Τι να έκανε; Να έφευγε, να μην έφευγε.
Αν έφευγε θα μπορούσε εκεί σε ένα καινούργιο τόπο, με καινούργιους ανθρώπους, μια άλλη γλώσσα και κοινωνία να κάνει μια καινούργια αρχή.
Αν έμενε καλείτο να λύσει ή να αποδεχτεί τα αρνητικά που ήταν άμεσα συνδεμένα με το εδώ.
Πως να αποφάσιζε; Πως θα ήξερε αν είχε κάνει τα πάντα για να σώσει το εδώ ή αν υπήρχε ακόμα περιθώριο για να βελτιωθεί; Πάντα είχε πρόβλημα να διακρίνει πότε κάτι ήταν αρκετό ή καταντούσε υπερβολικό. Σε πόσες σχέσεις ήδη γαντζώθηκε κατά τη διάρκεια της ζωή του νομίζοντας πως μπορεί να τις διαμορφώσει προς το καλύτερο μην αναγνωρίζοντας πως είχαν χάσει το δυναμικό τους προ πολλού και όλες οι προσπάθειες ήταν πλέον άτοπες. Πόσες ώρες δουλειάς είχε σπαταλήσει σε projects και σχέδια που άλλοι με μια ματιά θα αναγνώριζαν πως δεν είναι ρεαλιστική η πραγματοποίησή τους; Πολλές ήταν η απάντηση και στις δύο ερωτήσεις. Πολύ πιο πολλές για έναν έξυπνο άνθρωπο όπως θεωρούσε εκείνος τον εαυτό του.
Η εξυπνάδα του όμως είτε ήταν μύθος που κάπως, κάποιος, κάποτε του καταλόγισε λανθασμένα, είτε πραγματικά υπήρχε αλλά καταναλωνόταν ολάκερη σε πράγματα δευτερεύουσας σημασίας και προτεραιότητας. Οριακά έξυπνος λοιπόν σε αυτά που μετρούσαν, άρα ηλίθιος και άκρως αναποφάσιστος. “Και χαζός, και αναποφάσιστος. Τι συνδυασμός Θεέ μου. Όμως άμα ήμουν οξυδερκής και αποτελεσματικός θα ήταν τα πράγματα για εμένα καλύτερα; ” αναρωτιόταν και ένοιωθε αυτομάτως μια περίεργη ηρεμία. Συνηθισμένος όπως ήταν να μην μπορεί να αποφασίζει, κατέφευγε συχνά στο να δημιουργεί καινούργια ερωτηματικά γιατι η κατάσταση είχε κάτι το οικείο και σταθερό. Μια κατάσταση που ήταν η ίδια ανεξάρτητα αν έπρεπε να διαλέξει μεταξύ μαρμελάδας ή merendas, ψαριού ή κρέατος, αυτοκινήτου ή μηχανής, καφέ με γάλα ή ζάχαρη, διακοπές στη Σαντορίνη ή την Καλαμάτα.
Θα αποφάσιζε δηλαδή αυτή τη φορά στα αλήθεια; Θα αποδεχόταν τη φυσική σοφία μιας τυχαίας μαργαριτούλας; Θα άφηνε στα σοβαρά ένα τόσο σημαντικό ερώτημα να το πάρει κάποιος άλλος; Μετρούσε ξανά τα υπέρ και τα κατά της μίας ή της άλλης απόφασης. Εκεί θα είχε την δυνατότητα να αλλάξει συμπεριφορές, να προσπαθήσει να στήσει καταστάσεις που το εδώ περιβάλλον αδυνατούσε να φανταστεί, θα μάθαινε περισσότερα, θα γινόταν και αυτός ο ίδιος περισσότερος.
Τα υπέρ και κατά του εδώ ήταν πως το ήξερε πολύ καλά. Ήξερε τι ήταν εφικτό, τι ανέφικτο, τι ο κόσμος τριγύρω του έλεγε ή δεν έλεγε αλλά σκεφτόταν. Το οικείο του εδώ του άρεσε και δε του άρεσε συνάμα. Κάτι μέσα του τον έτρωγε. Αν δεν έκανε τώρα κάτι πέρα από τα ίδια και τα ίδια – το ένιωθε – θα ερχόταν κάποτε μια μέρα που θα το μετάνιωνε.
Τα κατά του εκεί ήταν η αρχική μοναξιά, η δυσκολία της επικοινωνίας σε ξένη γλώσσα, η επικινδυνότητα μερικών περιοχών, η υπερβολική προσδοκία του επαγγελματικού συνεργάτη για αποτελεσματικότητα.
Πολλά του φάνηκαν. 4 – 1. Σκορ ποδοσφαίρου θύμιζε. 4 – 1, σημειώσατε 1. Αποτέλεσμα ΠΡΟ-ΠΟ η ζωή του. Δεν ήξερε τι ήταν χειρότερο, να διαλέγει βάση ενός 1, 2, x ή μιας μαργαρίτας. Και οι δυο τρόποι παράλογοι του φαίνονταν και όμως το αποφάσισε. Ποιος αυτός, ο αιώνιος αναποφάσιστος. Θα έκανε όπως το τελευταίο πέταλο πρόταζε. “Φεύγω, δε φεύγω;” συνέχισε λοιπόν μαδώντας πέταλο το πέταλο και να που το μέλλον του ολοκάθαρο στο χέρι κρατούσε.
“Φεύγω με ακούτε; Φεύγω!” φώναξε και του πέρασε, όλως περιέργως, η εικόνα ενός χελιδονόψαρου από το μυαλό.
Ήδη ένιωθε μια σιγουριά πως θα τα κατάφερνε.

Στον κίνδυνο θα πετούσε στον αφρό, στις καλές στιγμές θα απολάμβανε το καθαρό, πελαγίσιο νερό της ανοιχτής θάλασσας …