loot·er noun plural loot·ers [count] from loot

Αυτοί που κάνουν πράξεις λεηλασίας…

Την έμαθα δυστυχώς διαβάζοντας εδώ, από το οποίο ξεχωρίζω το επόμενο κείμενο

Looters broke into the Cairo museum housing the world’s greatest collection of Pharaonic treasures, smashing several statues and damaging two mummies, while police battled anti-government protesters on the streets.

Πόσο βάρβαρη και ανόητη πράξη / How barbarian and totally pointless action / Was für eine barbarische und sinnlose Tat