Ένα μπουκάλι, δυο ποτήρια, ένα πακέτο αμύγδαλα, κόκκινα χαρτάκια συσκευασίας προστατευτικά. Το κόκκινο κουτί και το περιεχόμενό του τον κοίταζε πρόσωπο με πρόσωπο, ανοιγμένο μπροστά του. “Είμαι για σένα” του έλεγε. “Για δες… νοστιμότατη Grappa από Prosecco, αμύγδαλα για να ξεπεράσεις το κάψιμο που θα σου προκαλέσει το ποτό και δυο ποτήρια για να απολαύσεις και να μοιραστείς.” Άνοιξε το μπουκάλι, έβαλε λίγο στο ένα ποτήρι, πρόσεξε η ποσότητα να μην είναι ούτε πολλή ούτε λίγη. Κοίταξε το δεύτερο ποτήρι. Με ποιον ή μάλλον με ποια να μοιραζόταν αφού δεν ήταν εκείνη μαζί του; ‘Αφησε προσεκτικά στο κουτί. Αν η Grappa ήταν τόσο καλή όσο υποσχόταν η συσκευασία της, όλο και κάποια ευκαιρία θα βρισκόταν για να της την προσφέρει. Σήκωσε το ποτήρι με το ποτό. Το έφερε μπροστά στο πρόσωπό του για να  το αξιολογήσει. Διαφανές… όμοιο με νερό. Κούνησε το ποτήρι κυκλικά. Είδε το περιεχόμενο να ακολουθεί τις κινήσεις του. Γύρισε λίγο τον καρπό του χεριού  φέρνοντας τον λίγο πιο κοντά.  Μια γλυκιά αλλά ελαφριά μυρωδιά φρούτου και οινοπνεύματος ευωδίαζε από το στόμιο και γέμισε  τη μύτη του.”Νόστιμο θα είναι” σκέφτηκε.  Δοκίμασε μια γουλιά. Μια μικρή και διστακτική γουλιά. Ξανακοίταξε ποτήρι και περιεχόμενο. “Νόστιμο είναι” σκέφτηκε. “Νόστιμη” διόρθωσε γρήγορα. Αυτή η Grappa φαινόταν να αξίζει μια δεύτερη μεγαλύτερη γουλιά. Ένοιωσε το καυτερό ποτό να κυλά ξανά στο λαιμό του. Άφησε το ποτήρι στο τραπεζάκι μπροστά του. Άνοιξε την συσκευασία με τα αμύγδαλα, του θύμισαν κουφέτα. “Μακάρι να μην είναι τόσο σκληρά όπως φαίνονται” σκέφτηκε. Δοκίμασε. Δεν ήσαν. Αντίθετα. έλιωναν αβίαστα στο στόμα του, αφήνοντας γεύση βανίλιας με μασκαρπόνε Απόλαυση. Αναμφίβολα αυτό το δώρο ήταν διαλεγμένο με αγάπη και σύνεση. Πήρε ξανά το ποτήρι στα χέρια του. “Να μη ξεχάσω να την ευχαριστήσω για το δώρο” είπε  δίνοντας υπόσχεση στον ίδιο τον εαυτό του. Ήπιε άλλη μια γουλιά,  έφαγε άλλο ένα αμύγδαλο και αναλογίστηκε πως ακριβώς θα πραγματοποιούσε  την υπόσχεσή του. Αν ήταν άλλος θα νόμιζε  το ποτό ως αιτία για τη γλυκιά κούραση και ζέστη που άρχισε να τον κυριεύει σιγά σιγά. Γνώριζε όμως τον εαυτό του και ήξερε πολύ καλά πως η  ποσότητα του οινοπνεύματος που είχε ήδη καταναλώσει δεν είχε ούτε την ελάχιστη δύναμη να επιρρεάσει τις βιοχημικές  αντιδράσεις του μυαλού του. Ήταν οι τολμηρές σκέψεις και οι φαντασιώσεις με όλες τις εκδοχές τους που ξαφνικά άφησαν τις ενδορφίνες να τον πλημμυρίσουν.