“Τι ωραία”, είπε στον εαυτό της. Η μουσική γέμιζε το κατά τ΄άλλα άδειο δωμάτιο. Ξάπλωσε στο παρκέ. Έκλεισε τα μάτια της. Ένοιωσε με τα δάχτυλα το πάτωμα γύρω της. Ξηρή σκόνη. Μηδαμινές εγκοπές ανάμεσα στα ξύλα. Μελωδία μιας κιθάρας. Καθαροί τόνοι, μαθηματικοί ρυθμοί. Έκλεισε τα μάτια. Προσπαθούσε να μετατρέψει όλο της το σώμα σε ένα αυτί. Άκουγε με το δέρμα. Η μουσική θάλασσα που την τραβούσε και την άφηνε όπως της άρεσε με τα κύματά της στην ακροθαλασσιά. Να άφηνε τον εαυτό της να ακολουθήσει; Να γινόταν μήνυμα σε φιάλη; Να ξεκινούσε για το μεγάλο ταξίδι; Σ’ ένα ταξίδι χωρίς τον έλεγχο της πορίας ή του που θα έφτανε στο τέλος του; Γιατί αναρωτιώταν άραγε; Μήπως δικιά της ήταν η απόφαση; Όχι, δεν ήταν του χεριού της. Ήδη το ταξίδι είχε αρχίσει. Τα κύματα, η θάλασσα, η μουσική την είχαν πάρει. Το παρκέ μέλι, που ολοένα έλλειωνε. Το σώμα της απαλά αιωρούμενο απελευθερωμένο από τις συνήθεις έννοιες έρμαιο του αφρού των κυμάτων, έπλεε με εμπιστοσύνη πέρα δώθε. Ρυθμικά και χαλαρά χωρίς ενδιασμούς. Σε λίγο θα ταξίδευε σε ξένα βαθιά νερά, δυνατά ρεύματα θα την τραβούσαν σε άγνωστες πορίες, καινούργιες παραλίες, άλλες διαδρομές. Μια μικρή φιάλη αφημένη στον απέραντο ωκεανό μουσικής και έκφρασης.