-Είστε άρρωστος;
-Ναι

-Πόσο βαριά είναι η αρρώστια σας;
-Πολύ βαριά, δεν νομίζω να υπάρχει γιατριά

-Πόσο ταλαιπωρείστε ήδη;
-Πολύ καιρό. Έχω ξεχάσει πως ήταν, πως ήμουν, πριν αρρωστήσω.

-Πως σκοπεύετε να το αντιμετωπίσετε;

-Δε ξέρω. Μέχρι τώρα δοκίμασα υπομονή, άρνηση, δράση και αντίδραση, αλλά η αρρώστια είναι δυνατή. Πιο δυνατή από μένα. Πιο δυνατή από τις προσπάθειές μου.

-Οπότε;
-Τίποτε ‘οπότε’. ‘Οπότε’ τίποτε.

-Ποια αρρώστια έχετε;

-Αυτό που με βασανίζει λέγεται …

Άκουσε το όνομα του θεριού, πραγματικά ο ασθενής δεν υπέρβαλε, φάρμακο ή θεραπεία δεν υπήρχε. Είναι να μη σου συμβεί σκέφτηκε. “Καλή δύναμη και περαστικά” είπε στα δυνατά
“Μακάρι” άκουσε. Όχι προς απάντηση, απλά ως προσευχή.

-Τι σκέφτεσαι; της ξέφυγε. Δάγκωσε την γλώσσα και έβρισε τον εαυτό της που αφέθηκε στο αυθόρμητο της στιγμής. Γνώριζε καλά την αντίδραση που επέφεραν αυτές οι δυο λέξεις όχι μόνον σε εκείνον αλλά σε όλο τον ανδρικό πληθυσμό. Η στάση του την επιβεβαίωσε. Η αμηχανία του, ο οικίος τρόπος με τον οποίο προσπαθούσε να κερδίσει χρόνο την έκανε να θυμώσει. Δεν ήξερε με ποιον τα είχε βάλει περισσότερο. Με τον εαυτό της ή με εκείνον. Πότε θα μάθαινε ότι εάν υπάρχουν δυο τρεις κανόνες καλής συμπεριφοράς είναι αυτός ένας από τους σημαντικότερους; Να μη βάζεις τον άλλο δηλαδή στην δύσκολη θέση όπου να βρίσκεται αντιμέτωπος με το εαν θα πρέπει να πει την αλήθεια, ή κάτι που θα ευχαριστήσει. Και γιατί μωρέ να είναι δύσκολο να σου πει τι σκέφτεται, αγανακτούσε μια άλλη φωνή μέσα της. Γιατί να μην είναι απλό και ευχάριστο αυτό που έχει στο μυαλό του; Γιατί να νοιώθει εκείνος πως πρέπει να το κρατά κρυφό; Γιατί να νοιώθει εκείνη σαν κλέφτης που κλέβει τις σκέψεις του; Γιατί δεν είναι αυτονόητο πως μια τέτοια ερώτηση συνδέει παρά να χωρίζει δυο ανθρώπους; Να άλλαζε θέμα, ή να του έλεγε πως δεν ήταν απαραίτητο να απαντήσει; Να του διευκόλυνε την υπεκφυγή; Να τον βοηθούσε; Τι μεγαλόπρεπη κίνηση κοροίδεψε τον εαυτό της. Πρώτα τον έριχνε στα βαθιά και στους καρχαρίες, για να του κολλήσει μετά ένα τραυμαπλάστ στο κούτελο. Τι μεγαλόκαρδη και ευαίσθητη κίνηση. Να ζητούσε συγνώμη; Θεός φιλάξει. Για τρελή θα την περνούσε. Τι του είχε κάνει για να ζητούσε και συγνώμη; Και όμως. Ήταν φανερό. Η ερώτηση είχε αλλιώσει την χαλαρή διάθεση. Με το κρύο χαμόγελο ενός παίκτη πόκερ στα χείλη, γιαλιά ηλίου αχρείαστα για τα άδεια από έφραση μάτια του, δεν βιαζόταν να σπάσει την σιωπή. Τον βασάνιζε εκείνη; Με τα ίδια όπλα θα την αντιμετώπιζε και αυτός.
“Χαίρομαι που με ρώτησες, καιρό τώρα ήθελα να σου μιλήσω αλλά δεν έβρισκα την σωστή στιγμή. Για να πω την αλήθεια δεν ήξερα πως θα αντιδράσεις όμως δεν είναι έντιμο να καθυστερώ. Πρέπει κάποτε να βρω το κουράγιο να σου πω την αλήθεια”. Εκανε ένα διάλλειμα πριν συνεχίσει. Περίμενε δυο τρία δευτερόλεπτα. Έβλεπε την αμηχανία με την οποία τον κοίταγε. Την είχε εκεί που την ήθελε. Να κρέμεται από τα λόγια του και να αγωνιά να μην ακούσει άσχημα νέα. Την ήξερε απέξω και ανακατωτά. Έβλεπε την απελπισία της. Έβαζε όπως πάντα κατευθείαν το χειρότερο στο μυαλό της. Στα μάτια της ασήμιζαν ήδη δάκρια. Ποτέ δεν θα μάθαινε να τα έλεγχει σκέφτηκαν και οι δύο ταυτόχρονα χωρίς να το ξέρουν.
“Τα άσπρα πλένονται με σκόνη. Τα μαύρα με υγρό απορυπαντικό ” είπε σκάζοντας στα γέλια.
“Tι χαζό που είσαι…” συμπλήρωσε αγκαλιάζωντάς την. Την αγαπούσε, δεν υπήρχε λόγος να το αρνηθεί. Άλλοι θα το έλεγαν με λόγια. Εκείνος με όλα αυτά που δεν της έλεγε.