Δεν ένοιωθε λερωμένη. Δεν ένοιωθε άτιμα. Δεν ένοιωθε ότι κάποιον αδίκησε. Κουρασμένη αλλά ήρεμη ανακαλούσε στην μνήμη την ροή της ημέρας. Ο πρώτος εραστής, ρωμαλέος, γνώριζε το ρόλο του και τον πληρούσε ευχαρίστως. Ο δεύτερος τον αρνιόταν λες πεισματικά, αλλά να που έσπασε την αποχή από μόνος. Ο τρίτος, όμοια με κροκόδειλο, περίμενε με ανοιχτό το σαγόνι στην άκρη του ποταμιού το θήραμα που απρόσεκτα εκεί μοιραίο καταφύγιο θα ψάξει. Δεν θα την πείραζε το δάγκωμα στην επόμενη συνάντηση. Τι ένας, τι δύο, τι τρεις εραστές σκέφτηκε. Καλός ο καθένας ξεχωριστά για το ρόλο του. Παραμύθι η μονογαμική ανάγκη της γυναίκας; Παραμύθι η ανάγκη για σταθερότητα και σιγουριά; Παραμύθι η ανάγκη εντιμότητας; Ναι και όχι έπρεπε να παραδεχτεί. Εξαρτάται από το χρόνο και τα πρόσωπα που λαμβάνουν μέρος στο παιχνίδι. Άλλωστε ποιος και τι ορίζει τι είναι εντιμότητα; Πόσα όρια, καθημερινά παραμερίζονται ή μεταφέρονται; Αρχές και αξίες που μικροί είχαμε, αποδεικνύονται στην πορεία του χρόνου απλές προτροπές, κοινωνικοί κανόνες και η τήρησή των όχι απαραίτητα αναγκαστική. Στενοί οι κανόνες; Αλλάζουμε κοινωνία και συνεχίζουμε. Αλλάξαμε; Χαλάσαμε; Και τα θεωρούμε όλα σχετικά; “Χάλασε;” αναρωτήθηκε. Δεν είχε λόγο να κρύβεται πίσω από την πλειοψηφία. Στις γενικότητες. Χάλασε; Πως και δεν είχε τύψεις; Θα έπρεπε να έχει για να είναι σωστό άτομο; Δεν ένοιωθε λιγότερο σωστή ή λάθος από ότι πριν 2 ή 10 χρόνια. “Μεγαλώνω” σκέφτηκε. “Να που για κάτι είναι καλό και αυτό” είπε φωναχτά, πατώντας το κόκκινο κουμπί του τηλεκοντρόλ.
Σκοτάδι γέμισε τον άδειο χώρο που απελευθέρωσε η σβησμένη τηλεόραση. Η ησυχία της νύχτας την καλούσε να αφεθεί μαλακά στην αγκαλιά της. Συνέδεσε το laptop στο φορτωτή της μπαταρίας και βυθίστηκε απαλά στο στρώμα. “Ποιον θα δώ άραγε” αναρωτήθηκε; Τον πρώτο, το δεύτερο ή τον τρίτο; “Σίγουρα τον τέταρτο” σκέφτηκε γνωρίζοντας το λογικό λάθος της πρότασης. “Ε και;” απάντησε μια φωνούλα από μέσα της. Η λογική έτσι και αλλιώς δεν ήταν το σημαντικό χαρακτηριστικό ιδίωμά της.