“Θές καφέ;”
“Φυσικά, τι ερώτηση, έχεις χρόνο;”
“Όχι, αλλά θα τον κλέψω.”

“Τι καλά” σκέφτηκε. Ήξερε το στενό χρονικό πλαίσιό του και πως ήταν συνέχεια με την σκέψη του επόμενου επαγγελματικού ραντεβού. Γνώριζε όμως και πόσο όμορφα ένοιωθε εκείνη στην παρέα του που πραγματικά χάρηκε με την απάντησή του.

Έκλεισε το κινητό, τράβηξε την πόρτα πίσω της και κατέβηκε τα λίγα σκαλιά που χώριζαν τους δυο ορόφους. Δε χρειάστηκε να χτυπήσει την πόρτα του. Την βρήκε μισάνοιχτη και εκείνον από την άλλη πλευρά να την περιμένει.

“Ο καφές είναι έτοιμος” της είπε χαμογελώντας και έδειξε την πράσινη αχνίζουσα κούπα. Πήρε τον καφέ και κάθισε στην στην καρέκλα δίπλα του. Δε χρειαζόταν να δοκιμάσει για να ξέρει πως θα ήταν νόστιμος, τέλειος, όπως όλα όσα εκείνος ήθελε να τον περιβάλουν. Μια τέλεια μηχανή του καφέ, ή άλλες οικιακές συσκευές, ένα τέλειο μεγάλο ξύλινο τραπέζι με βελούδινες καρέκλες, μια τέλεια εικόνα κάποιας βουδιστικής θεότητας. Τέλεια όπως πάντα. Τέλεια όπως η κουζίνα με τους πράσινους τοίχους ή όπως ο ιδιοκτήτης της.
“Εγώ, τέλειος” θα απορούσε αν του το έλεγε.
“Μα φυσικά” θα απαντούσε εκείνη με χαμόγελο.
“Για μένα είσαι τέλειος όπως και να συμπεριφέρεσαι, όπως και να είσαι ντυμένος…” θα σκεφτόταν όσο θα τον φιλούσε γλυκά στο στόμα.


Καλημέρα