Ήταν λέει μέσα σε ένα σπίτι όπου οι τοίχοι ήσαν από γυαλί. Έξω σκοτάδι και εκείνη μόνη μέσα. Κάποιος κίνδυνος απειλούσε, αλλά με γυάλινους τοίχους ούτε προστασία υπήρχε αλλά ούτε και τρόπος. Δεν ήξερε πως και τι να κάνει, αλλά ένοιωθε τον κίνδυνο συνέχεια να μεγαλώνει. Δεν ήξερε που να κρυφτεί, δεν είχε ούτε καν φωνή να πει τίποτε, αλλά και σε ποιόν να φωνάξει;  Δεν ήταν κοντά κανεις να ακούσει τη φωνή της, να ερχόταν να τη βοηθήσει.  Και ο χρόνος ολοένα περνούσε χωρίς εκείνη να βρίσκει λύση.

Ένοιωθε το αίμα να κυλά ζεστό μέσα μέσα στον εγκέφαλό της, προσπαθούσε να αναλύσει ορθολογικά τις πιθανότητές της. Ελάχιστες ως μηδαμινές. Όποιος και να ήθελε να διαρρήξει το γυάλινο σπίτι, το μπορούσε. Τι να τον κρατούσε μακρυά; Τα ανύπαρκτα παντζούρια; Τα ανύπαρκτα τούβλα ή το ανύπαρκτο ξύλο της πόρτας; Τίποτε δε μπορούσε να τον σταματήσει. Έτρεμε. Συνειδητοποίησε την ευθραυστότητα της ζωής της και με πόση ευκολία μπορούσε να κοπεί. Έκλαψε.

Στην αρχή έκλαψε χωρίς να βγάζει άχνα, αργότερα με όση δύναμη είχε ή έκρυβε μέσα της. Όσο έτρεχαν τα δάκρυα παχιά, καυτά πάνω στα μάγουλά της, άρχισε το βουητό. Άμα δεν έκλαιγε θα το άκουγε τρομαχτικό, εξωπραγματικό, φοβερό. Άμα δεν έκλαιγε θα έβλεπε πως τράνταζαν τα τζάμια και με δυσκολία αντιστεκόντουσαν. Όμως έκλαιγε και τα δάκρυά της είχαν κυλήσει τώρα από τα μάγουλα χαμηλότερα στα χείλη της. Η πικρή τους γεύση της γέμιζε το στόμα. Ένοιωσε μια πρωτόγνωρη δροσιά. Μια πρωτόγνωρη αίσθηση ικανοποίησης. Ήδη ένοιωθε καλύτερα αλλά δεν μπορούσε και να σταματήσει το κλάμα.

Έξω μαινόταν η θύελλα, λύγιζαν κορμοί δέντρων, ο άνεμος έκανε φύλλα, κλαδιά, σκουπίδια να αιωρούνται ψηλά και να στριφογυρίζουν, γλάστρες να αναποδογυριζουν. Η βροχή χτυπούσε με δύναμη τα παράθυρα. Σκιές αλλόκοτες, θόρυβοι απροσδιόριστοι. Έξω τέλος κόσμου, μέσα όμως, εκείνη κλαίγοντας δεν άκουγε, δεν έβλεπε πλέον τίποτε. Δεν φοβόταν. Δε φοβόταν πλέον.

Τα δάκρυα, ζεστά, υγρά, προστατευτικά, κυλούσαν αστέρευτα πάνω στο δέρμα της. Ένοιωθε πως μούσκευαν τα ρούχα της. Από πάνω και από κάτω ταυτόχρονα. Ένοιωθε πως στα ξαφνικά το γυάλινο σπίτι της έγινε μια τεράστια πισίνα. Στους μπλέ τοίχους καθρεπτίζονταν οι κύκλοι που κάνει το νερό όταν αναταράσσεται. Εκεί είδε και την σιλουέτα του καρχαρία. “Οι καρχαρίες ζουν μόνον σε ανοιχτά νερά, μόνον σε μεγάλες θάλασσες” είχε μάθει κάποτε από μια εκπομπή στην τηλεόραση και όμως δεν έκανε λάθος, ήταν αδύνατο να παραγνώριζε την σιλουέτα εκείνη, ο καρχαρίας ήταν εκεί. Ήταν και αυτός παγιδευμένος στο ίδιο της το σπίτι. Είχε πανικοβληθεί και χτυπούσε επαναληπτικά με την μουσούδα του τους τοίχους για να σωθεί. Ήξερε πως άμα έσπαγε το γυαλί θα πέθαινε από ασφυξία, άμα απελευθερωνόταν από το νερό της πισίνας θα έβρισκε το τέλος του, ήξερε όμως και πως χωρίς την ελευθερία θα τελείωνε. Τον έβλεπε να κολυμπά τριγύρω της και απορούσε και η ίδια με το θάρρος της. Απορούσε πως αντί φόβος την πλημμύριζε ένα αίσθημα συμπόνιας. Έσπαγε το μυαλό της να βρει πως θα μπορούσε να τον βοηθήσει. Έπρεπε να τον σώσει, έπρεπε αλλά πως;

Είδε γύρω της κάτι κόκκινο να ρέει αργά, μα πως ήταν δυνατόν, παχύρρευστο υγρό μέσα στο άλλο αραιότερο υγρό, αυτό του νερού της πισίνας. Κατάλαβε πως προερχόταν από την μουσούδα του καρχαρία. Αποφάσισε τι θα έκανε. Πήρε μια βαθιά ανάσα, έκανε μια βουτιά προς τα βαθιά. ‘Οσο πιο κοντά βρισκόταν στο πάτο της, τόσο πιο μεγάλη η πίεση του νερού στα αυτιά της. Συνέχισε στην ίδια κατεύθυνση, με τα αυτιά της να σφυρίζουν αβάσταχτα άρπαξε ότι πιο αιχμηρό ψηλάφισε κάτω της, και άρχισε να κολυμπά όσο γρήγορα μπορούσε προς την επιφάνεια. Δεν ήταν εύκολο με το βάρος του ηχείου στο ένα της χέρι. Δεν είχε χρόνο, ο καρχαρίας αιμορραγούσε ολοένα και δυνατότερα. Η έλλειψη αέρα την ζάλιζε. Η δύναμη με την οποία κρατούσε το χέρι της το αντικείμενο μειωνόταν. Έξω θύελλα, μέσα νερό, η ζάλη αβάσταχτη, άδεια τα πνευμόνια και ανοικτό το χέρι της.

“Δεν μπορεί όνειρο θα είναι” άκουσε να ψυθιρίζουν τα υπόλοιπα εγκεφαλικά κύτταρα που της είχαν μείνει ζωντανά. “Όνειρο, μάλλον όνειρο, μάλλον…” σκέφτηκε όσο χανόταν.