“Ήταν αλήθεια τόσο μπλε;” θαύμασε κοιτάζοντας την φωτογραφία που τυχαία έπεσε στα χέρια της όσο συγύριζε κάποια χαρτιά του γραφιού στα πεταχτά. Ένα παιδί με θαλασσιά γιαλάκια κολύμβησης, ξαπλωμένο στην άσπρη παραλία. Πίσω του μια κρυστάλλινη ήρεμη θάλασσα. Γαλάζιος ουρανός στον ορίζοντα. Θυμήθηκε τις ζεστές ακτίνες που χάιδευαν το σώμα. Ένοιωσε να χαλαρώνει…
Θυμήθηκε τη δροσιά της βουτιάς. Την περιέργεια του τι να κρύβεται πίσω από το επόμενο ακρωτήρι και την ευχάριστη κούραση μετά το κολύμπι. Την αίσθηση του κόκκινου από τον ήλιο δέρματος, της άμμου στα γυμνά πέλματα, τη γλυκιά γρανίτα, τον ευγενικό μπαρίστα και το κομμάτι τούρτας που ανέλπιστα της προσεφέρθη. Ο πονοκέφαλος άρχισε να απαλύνεται…
Είχε περάσει όμορφα, χωρίς να το καταλάβει. Είχε ξεκουραστεί, είχε αφήσει το χρόνο να περάσει χωρίς λόγο.

“Τελικά ήταν καλή ιδέα” έπρεπε να αναγνωρίσει. Δεν μπορούσε να το εξηγήσει αλλά κατά την διάρκεια της προετοιμασίας κάτι την είχε ενοχλήσει και είχε πιστέψει πως θα ήταν καλύτερα αν δεν έκαναν εκείνο το ταξίδι. Δε μπορούσε να προσδιορίσει τον λόγο, αλλά είχε μια προαίσθηση πως δεν θα τα πηγαίναν καλά οι τέσσερίς τους η οποία δεν αναιρέθηκε όταν βρέθηκαν εκεί. Αλλά να που έρχεται μια φωτογραφία, να που έρχονται κάποιες μέρες μετά τις διακοπές για να συνειδητοποιήσει κανείς, για άλλη μια φορά, πως η πραγματικότητα ήταν μια άλλη.
Ένα αδιόριστο συναίσθημα, μπλε σαν τον ουρανό, γαλανό σαν τη θάλασσα, διάφανο σαν τα ψαράκια στο ακρογιάλι, αλαφρό σαν το ζεστό αεράκι γέμισε την ατμόσφαιρα και εκείνη χειμερινός κολυμβητής στη μέση του σαλονιού…

“Κρίμα που δε το είχα καταλάβει όσο ήταν καιρός” συλλογίστηκε. “Κάλιο αργά παρά ποτέ” έπρεπε σχεδόν αυτόματα να συμπληρώσει. Το βλέμμα της γύρισε στη φωτογραφία. Ένα παιδί με θαλασσιά γιαλάκια κολύμβησης, ξαπλωμένο στην άσπρη παραλία. Πίσω του μια κρυστάλλινη ήρεμη θάλασσα. Γαλάζιος ουρανός στον ορίζοντα…


Καληνύχτα