Τράβηξε το laptop στα γόνατα μπροστά της, πάνω από την κουβέρτα. Καλώδια ξεκινούσαν και κατέληγαν από αυτό. Έπρεπε να προσέξει. Μια απότομη κίνηση και το ηχείο απειλούσε να έπεφτε από την συνήθη θέση του στο γραφείο, ενάμισι μέτρο μακριά της. Αποσυνέδεσε όσα καλώδια δεν θεώρησε απαραίτητα για την στιγμή. Τι κρίμα, σκέφτηκε, είχε κινητό υπολογιστή αλλά με τα πολλά καλώδια που του είχε συνδέσει του είχε αναιρέσει αυτή την πιθανότητα. Αναρωτήθηκε πως αλήθεια τα είχε έτσι καταφέρει και έκανε με το υπολογιστή ακριβώς το ίδιο λάθος που έπραττε στην καθημερινή της ζωή. Ανασήκωσε τους ώμους με παιδική αδιαφορία, αχ σκέφτηκε, και τι έγινε, σε ποιόν θα έδινε λογαριασμό; “Αν μη τι άλλο κανείς δε θα με κατηγορήσει για έλλειψη συνέπειας” είπε στον εαυτό της νοερά. Η μουσική χαμηλή, μελωδική, της τράβηξε την προσοχή. Κιθάρα και ισπανικό τραγούδι μιας γυναικείας φωνής. Πότε είχε δει την τελευταία ισπανική ταινία; Δε μπορούσε να θυμηθεί; Ποιά ήταν; Το Volver του Αλμοντόβαρ; Το Mala education? Άλλη; Άλλου σκηνοθέτη; Τίποτε. Κενό, άδειο αναμνήσεων το κεφάλι της. Τα είχε όλα ξεχάσει, αλλά υπήρξε μια εποχή που πήγαινε συχνά κινηματογράφο. Και ήταν ενημερωμένη. Υπήρξε μια εποχή που έγραφε τακτικά. Και ήταν ικανοποιημένη. Υπήρξε μια εποχή που τραγουδούσε στο αυτοκίνητο επιστρέφοντας από τη δουλειά. Που πήγαινε εκεί με χαρά. “Άχ κορίτσι μου” είπε στον εαυτό της, και ξαφνιάστηκε πως ξαφνικά έβλεπε τα δρώμενα και τον εαυτό της με τέτοια απόσταση και αποστασιοποίηση, “συνέβησαν τόσα πολλά από τότε, πότε να προλάβεις να τα καταλάβεις ή άντε να τα καταπιείς;” Το καλό της τωρινής κατάστασης ήταν πως μετά από όσα είχαν γίνει, μάλλον τα χειρότερα είχαν ήδη εμφανιστεί και είτε θα καλυτέρευε από εδώ και πέρα η κατάσταση, είτε θα αντιδρούσε για να την αλλάξει.
Μερικές φορές της φαινόταν περίεργο με ποιά αδιαφορία αντιμετώπιζε την διαφορετικότητά της στην εταιρία. Αλλά όχι, δεν ήταν αδιαφορία, αντίθετα, επιδεικτικά θα έλεγε κανείς επέμενε στην διαφορετικότητά της. Το αυτοκόλλητο με το άσπρο μηλαράκι στο παρμπρίζ του αυτοκινήτου της. Ο ενικός τον οποίο πρότεινε σε όλους τους συναδέλφους ξέροντας πολύ καλά πόσο τους ξένιζε αυτή της η κίνηση. Τα χαρούμενα και ευδιάθετα σχόλια, η διάθεσή της να βοηθήσει, να ασχοληθεί ακόμα και με πράγματα που δεν ήσαν στον τομέα της. Όμως αυτό και αν την εξόργιζε… Τι πάει να πει δεν είναι κάτι του τομέα κάποιου, δεν ανήκε στα καθήκοντά του, άρα “δε πα να πνίγονται; εμένα δε με ενδιαφέρει το πρόβλημά τους.” Έστρεψε ξανά την προσοχή της στο μουσικό κομμάτι κιθάρας που ακουγόταν εκείνη τη στιγμή από τα ηχεία. Μια σονάτα του Μπαχ. Κάποτε ήταν σε θέση να παίζει και εκείνη κάποιες. “Θεέ μου” της ξέφυγε με αγανάκτηση. “Θεέ μου, αμάν πιά δε βαρέθηκες να μυξοκλαίς για όλα όσα κάποτε έκανες; Άμα ασχοληθείς ξανά, θα ξαναμπορέσεις. Αν σου είναι σημαντικά θα τα θυμηθείς, άν σου είναι απαραίτητα δεν έχεις άλλη επιλογή.”
Ένιωσε το πληκτρολόγιο κάτω από τα δάχτυλά της. Ζεστό. Αναλογίστηκε την ζεστή μέρα που έξω από το παράθυρό της σιγά σιγά έσβηνε. Αναλογίστηκε την θέρμη που ξεπηδά από ένα χάδι του παιδιού της. Αναλογίστηκε την θέρμη της ψυχής της την στιγμή που τηλεφωνεί με την μητέρα της. Αναμνήσεις παιδικής χαράς και σιγουριάς. Μερικές άνηκαν σε εκείνην, άλλες είχαν χαριστεί γενναιόδωρα στο παιδί της. Αχ ναι, αναφώνησε. Αν μην τι άλλο, ένα πράγμα δεν πήγαινε στραβά. Ένα πράγμα είχε ευτυχώς μάλλον σπό μόνο του καταφέρει, να μην ακολουθήσει τον γενικό δρόμο της αποδιοργάνωσης της ζωής της. Δεν ήταν δικό της κατόρθωμα αυτό, όχι μόνον, αλλά χαιρόταν ιδιαίτερα που ένα χαρούμενο, υπέροχο ον, κοιμόταν και ονειρευόταν ήρεμα στο διπλανό της δωμάτιο…