“Και τώρα τι;” αναρωτήθηκε. Μπροστά της το άδειο αρχείο του κειμενογράφου, κάτω από τα δάχτυλά της τα φωτισμένα πλήκτρα του πληκτρολογίου, μαλακά, ζεστά αλλά και απόμακρα. Η οικειότητα που είχαν κάποτε τα δάχτυλα αποκτήσει, και από μόνα τους έβρισκαν την κατάληξή τους, που με ευχέρεια και χωρίς προσπάθεια κουνιόνταν ήταν ανάμνηση πλέον προ πολλού. Δεν είχε τίποτε το μηχανικό ή αυτόματο αυτή η κίνηση. Δεν ακολουθούσε κανόνες λογικής ή τεχνικής. Δεν υπάκουε σε μεθόδους άλλων, δεν υπήρχε για κάποιο σκοπό. Ήταν όμοια με την μουσική αυτή καθ΄αυτή ένας σκοπός, ένα λόγος, μια απόδειξη, μια αρχή και ένα τέλος, απλή και χωρίς προσπάθεια ενέργεια. Μια ενέργεια δημιουργίας, έκφρασης.
“Και τώρα τι;” επανέλαβε την ερώτησή της με την ελπίδα πως η επανάληψη θα παρουσίαζε μπροστά της την λύση που εδώ και καιρό ματαίως έψαχνε. Τώρα πως να έβρισκε ξανά το νήμα που φάνταζε μικρό και ανέφικτη η επανασύνδεσή της με αυτό, έτσι μακριά στον ορίζοντα όπου το άφησε να μαίνεται. Ήξερε αρκετά καλά τι είχε συμβεί από τότε που το κράταγε σταθερά στα δυο της χέρια. Δεν είχε νόημα να επιστρέφει στα περασμένα και να αναρωτιέται πως ήταν δυνατόν να αφήσει εξωτερικούς παράγοντες να την επηρεάσουν έτσι αρνητικά, να τους δώσει τέτοια μεγάλη ελευθερία ώστε να πάρουν τον έλεγχο των κινήσεών της. Και καλά να παρέμενε το θέμα εκεί, καλά να μην έλεγχε την κίνησή της, αλλά να μην είναι κύριος των σκέψεών της; Αυτή και αν ήταν κατάντια. Μια γυναίκα χωρίς σκέψεις… ποια αξία είχε πλέον; Ποια αξία έχει ένας άνθρωπος, ένας homo sapiens χωρίς σκέψεις; Πόσο πίσω στην ιστορία θα έπρεπε να ψάξει μέχρι να έβρισκε κάτι ανάλογό της. Αλλά αρκετά ασχολήθηκε το παρελθόν. Η στιγμή είχε πλέον φτάσει που ήθελε δεν ήθελε έπρεπε να κοιτάξει το παρόν και ήλπιζε πως αυτή την φορά θα ήταν αρκετά συνετή ώστε να μην ξεχαστεί και κάνει το λάθος να ασχοληθεί με το μέλλον. Ότι έγινε έγινε, και ό,τι θα γίνει, θα γίνει, ούτε παρελθόν αλλά ούτε και μέλλον δεν μπορούσε να ελέγξει, μήτε να τα αλλάξει. Όμως αυτά που συμβαίνουν τώρα, αυτά που κάτω από την μύτη της ευωδιάζουν, αυτά που μπροστά στα μάτια της εικόνες δημιουργούν, αυτά που γύρω από τα αφτιά της μελωδίες αφήνουν, αυτά που δίπλα της χορεύουν, με αυτά παρέα από τώρα θα κάνει. Αυτά παρέα θα της κάνουν, αυτά στο δέρμα της ίχνη θα αφήσουν, την ανάσα της θα επιταχύνουν, το μυαλό της θα γεμίσουν, τα όνειρά της θα συντροφέψουν, το ουρανό με συννεφάκια θα σποριάσουν, το δρόμο της θα περιβάλουν. Το δρόμο αυτόν που τα δάχτυλά της ξανά θα κάνουν, χορεύοντας για άλλη μια φορά πάνω στα μαλακά, ζεστά και οικεία πλήκτρα. Ναι δεν τον ξέχασε παντελώς τον τρόπο. Τίποτε δεν ξεχνιέται άλλωστε από αυτά που μαθαίνει κανείς στην διάρκεια της ζωής του, τίποτε δε χάνεται στα διπλώματα του εγκεφάλου. Δε σβήνεται απλά παραμένει ανενεργό και αχρείαστο αλλά γεμάτο πληροφορίες, μέχρι να βρεθεί ξανά η ευκαιρία, ή αναγκαιότητα ή απλά και μόνον το κουράγιο για να ανακαλεστούν.
Αυτά σκεφτόταν λοιπόν εκείνη όταν ξαφνικά συνειδητοποίησε πως χωρίς να το καταλάβει τα δάχτυλά της είχαν αρχίσει από μόνα τους αυτόν το μελωδικό και ευχάριστο χορό από πλήκτρο σε πλήκτρο, γράμμα σε γράμμα, κόμμα και τελείες, αρχή και τέλος.