“Μια καινούργια αρχή, μια καινούργια αρχή” έλεγε και ξανάλεγε στα δυνατά περπατώντας στους γεμάτους δρόμους της πόλης και δεν νοιαζόταν αν κάποιος την άκουγε, ή θα την περνούσαν για παλαβή έτσι όπως μιλούσε στον εαυτό της. Δυο μέρες είχαν περάσει από την πρώτη στιγμή που το αναλογίστηκε. Το πράγμα έτσι όπως είχε δεν πήγαινε άλλο, είτε θα έκανε κάτι για να το ανατρέψει είτε δε θα έκανε τίποτε και θα την συνέθλιβε. “Ή εγώ ή αυτό” συλλογίστηκε τότε και ξαφνιάστηκε με την καθαρότητα των σκέψεών της. Και επειδή δε θα ήθελε να χαθεί εκείνη, αποφάσισε πως έπρεπε να κάνει μια καινούργια αρχή. Ναι για αυτό ήταν σίγουρη, μια καινούργια αρχή χρειαζόταν αλλά μια καινούργια κατεύθυνση προς ποια κατεύθυνση; Ήξερε πολύ καλά τι την κούραζε, ήξερε τι την αλλοίωνε, ήξερε τι τις έκλεβε τις δυνάμεις, αλλά δεν ήξερε τι θα μπορούσε να την συνεφέρει. Έτσι από τότε επανέλαβε αυτές τις τρεις λέξεις και έσπαζε το κεφάλι της για την απάντηση του μεγάλου ερωτήματος που την απασχολούσε. Όποιες ιδέες και να είχε είχαν ένα κουσούρι. Μεγάλο ή μικρό πάντα βρισκόταν ένας λόγος για να μην τις ακολουθήσει. Μπορεί να ήσαν ωραίες ως ιδέες, μπορεί να ήσαν σωστές για τόσους άλλους, όμως για εκείνη δεν εφάρμοζαν, δεν άρμοζαν να πραγματοποιηθούν.

“Μια καινούργια αρχή, μια καινούργια αρχή” έλεγε και οι λέξεις κάθε φορά που επαναλαμβανόντουσαν δημιουργούσαν και καινούργιες εικόνες στο μυαλό, εικόνες πιθανών δρόμων που θα μπορούσε να ακολουθήσει. Ήξερε χωρίς προσπάθεια, χωρίς ενασχόληση, χωρίς ενδοσκόπηση ή θάρρος δε θα βρισκόταν μια απάντηση στο ερώτημα και έτσι δεν το έβαζε κάτω όταν έβλεπε την μια πρόταση μετά την άλλη να φαίνονται αβάσιμες. Δε μπορεί, δεν ήταν δυνατόν να μην υπήρχε τρόπος. Σίγουρα υπήρχε, απλά θα χρειαζόταν τον ανάλογο χρόνο που απαιτούντο μέχρι να παρουσιαστεί. Όπως και να το κάνει κανείς, η ανατροπή μιας τέτοιας κρίσιμης και σημαντικής κατάστασης δεν ήταν και παιχνιδάκι, δεν μπορούσε να είναι απλή. Αν ήταν έτσι δε θα της είχε πάρει τόσο πολύ χρόνο μέχρι να αποφασίσει να πάρει τα μέτρα της για να την αντιμετωπίσει. Οι πράξεις της θα ήσαν άμεσες και αποτελεσματικές. Θα είχαν συμβεί τότε, πριν μεγαλώσει το κακό και πάρει τις τωρινές του διαστάσεις, αλλά τι βοηθούσε τώρα η σκέψη για το τότε; Το τώρα ενδιέφερε. Το τώρα και το κοντινό μέλλον. Ή τέλος πάντων αυτά που θα άρχισε να κάνει από τώρα κάνοντας μια καινούργια αρχή.

“Μια καινούργια αρχή” συλλογίστηκε χωρίς να μιλήσει αυτή τη φορά, γιατί φοβήθηκε μήπως ο χώρος είχε κορεστεί από τον ήχο των λέξεων και αντιδρούσε στις επιπρόσθετες τρεις. Έκλεισε τα μάτια της περπατώντας. Ένοιωσε τον ήλιο να της ζεσταίνει την πλάτη, τον αέρα να της χαϊδεύει τα μαλλιά, άκουσε τις συνομιλίες των περαστικών και τα σχόλιά τους για την καημένη τυφλή γυναίκα που μάλλον έχασε το μπαστούνι της, το σκύλο που γάβγιζε νευρικά κάπου στα δεξιά της, τον ήχο που κάνουν οι ρόδες από πατίνια στον πλακοστρωμένο πεζόδρομο, την καμπάνα της εκκλησίας πίσω της. Μύρισε φρεσκοκομένο καφέ, το ψωμί από το φούρνο, ανθισμένους θάμνους. Θυμήθηκε πως μυρίζουν γιασεμιά το βράδυ. Θαύμασε πως δεν σκόνταψε σε ανθρώπους ή εμπόδια. Συνέχισε με σταθερά βήματα, κρατώντας πάντα κλειστά τα μάτια της. “Λες;” αναρωτήθηκε με δυσπιστία. “Λες τελικά αυτή να είναι η λύση;” σκεφτόταν χωρίς να πιστεύει πως τελικά τα είχε καταφέρει.

“Αυτό είναι, μα φυσικά” είπε ανοίγοντας τα μάτια της ακριβώς ένα δευτερόλεπτο πριν πέσει πάνω της το αυτοκίνητο ενός courier φαρμάκων και την πετάξει 2 μέτρα στον αέρα. “Αυτό είναι” επανέλαβε ενάμισι δευτερόλεπτο αργότερα χαμογελώντας όσο ξεψυχούσε στο πλακόστρωτο γιατί ήταν πλέον βέβαιη πως είχε βρει απάντηση όχι μόνον στο ερώτημα του “πως” αλλά και στο “εάν”.

Για το δεύτερο ήταν “όχι”, ενώ για το πρώτο …