Κοίταξε το ρολόι της. Εφτά λεπτά μετά τις οχτώ έδειχνε. Ξαφνιάστηκε. Πως είχε περάσει η ώρα, ούτε που είχε καταλάβει. Έξω άρχιζε σιγά σιγά να σουρουπώνει. “Φθινόπωρο” σκέφτηκε. Τα φύλλα στα δέντρα μπροστά από το παράθυρό της είχαν ήδη αρχίσει να κιτρινίζουν, ο ουρανός γκρίζος και κλειστός. Αστέρια ή φεγγάρι θα δυσκολεύονταν εκείνη τη νύχτα να ρίξουν μια ματιά προς το μέρος της. Πως θα περνούσε το βράδυ; Αναρωτήθηκε που είχε αφήσει το μισοδιαβασμένο αστυνομικό. Να το έψαχνε ή να άνοιγε την τηλεόραση; “Καλύτερα βιβλίο” σκέφτηκε, η τηλεόραση και τα προγράμματά της, αντί να την ψυχαγωγούν την χάζευαν. Βιβλίο λοιπόν, βιβλίο εδώ και τώρα. Σηκώθηκε, κοίταξε όπου θυμόταν ότι το είχε δει την τελευταία φορά, το βρήκε κάπου αλλού τυχαία, επέστρεψε. Στο δωμάτιο έπαιζε το στερεοφωνικό μουσική, έψαξε μια βολική θέση στο κρεβάτι της και άρχισε να διαβάζει. Θα πρέπει να επανέλαβε πέντε φορές τις πρώτες 10 γραμμές του κειμένου, μέχρι να εγκαταλήψει την προσπάθεια. Άφησε το βιβλίο αναποδογυρισμένο και ανοιχτό δίπλα της. Δεν είχε νόημα, δεν μπορούσε να συγκεντρωθεί στα δρώμενα της ιστορίας. Στο μυαλό της επέμενε η σκηνή του Μετρό όπως την περιέγραφε ο James Blunt στο τραγούδι. Οι στοίχοι της θύμισαν τον εαυτό της στον γεμάτο σταθμό τις προάλλες. Πριν λίγες μέρες που περίμενε και συζητούσε με ένα γνωστό της για πράγματα ασήμαντα, χωρίς ενδιαφέρον, χωρίς ιδιαίτερο νόημα, έτσι, απλά για να περάσει ο χρόνος μέχρι να έρθει το σωστό τραίνο. Πόσο θα της άρεσε αν η παρουσία της στην αποβάθρα ήταν για κάποιο περαστικό παρόμοια πολύτιμη. Το ξανασκέφτηκε και θύμωσε με τον ίδιο της τον εαυτό. “Πάλι επιζητείς την άτυχη και ανεκπλήρωτη αγάπη;” αυτομαλώθηκε. “Πόσες ζωές έχεις για να τις χαρίζεις έτσι άδικα;” ρώτησε με αυστηρότητα στα δυνατά χωρίς να περιμένει απάντηση. “Εφτά σαν τις γάτες και άλλες τόσες, άμα τελειώσουν” αντέδρασε μια φωνή παιχνιδιάρικα μέσα της.

Σηκώθηκε, άλλαξε CD, πήρε το βιβλίο ξανά στα χέρια της και συνέχισε να διαβάζει καθήμενη στον καναπέ.