Ήμουν λέει στο περίπτερο του Willi* περιπτεράς στην θέση του, και είχα πελάτες για φαγητό. Και έψαχνα στον μικρό χώρο του περιπτέρου τα υλικά για σαλάτα, κύριο πιάτο, μαχαιροπίρουνα και κουζινικά. Και ήξερα πως θα είναι δύσκολο. Και ήξερα πως δεν το είχα ξανακάνει, αλλά πως αν ασχοληθώ θα τα καταφέρω. Και έκοβα την σαλάτα, ξέπλενα τα λαχανικά, έστρωνα το τραπέζι και θαύμαζα το θάρρος και την διάθεση μου να κάνω ότι ξέρω τι κάνω χωρίς να ισχύει αυτό στο ελάχιστο… Έτσι δούλευα λοιπόν, εργατικά σαν μια μέλισσα στο μικρό χώρο της κυψέλης, μέχρι που χτύπησε το ξυπνητήρι.

“Να συστηθώ…. Με λένε Willi και είμαι περιπτεράς”
——
(*) ο Willi είναι ο περιπτεράς του γηπέδου και προπονητής των άπαιχτων μπαλαδόρων