Ο Πέτρος ήταν από μικρός σταθερός χαρακτήρας. Ήδη άμα διάλεγε μια θέση στην κοιλιά της μαμάς του, την κρατούσε με ζήλο και δεν έλεγε με τίποτε να την αλλάξει. Γιατί άλλωστε; Γιατί να αλλάξει μια κατάσταση που τον ικανοποιούσε; Γιατί να ασχοληθεί με το τι ενδιαφέρει την γυναικολόγο κατά την διάρκεια του υπερηχογραφήματος όταν προσπαθεί να βγάλει συμπεράσματα για το φύλο του εμβρύου, το πόσο ενοχλεί την μητέρα του ο μυτερός αγκώνας του όταν αυτός πίεζε το συκώτι της, αν το παντελόνι της δεν έλεγε να κλείσει, όταν αυτός άπλωνε τα πόδια του για να τα ξεμουδιάσει. Ο σταθερός χαρακτήρας του Πέτρου ήταν αν μη τι άλλο στην αρχή της εγκυμοσύνης του – όχι της δικής του φυσικά, παρά της μητέρας του με εκείνον – προς το τέλος των 9 μηνών άκρως μη πρακτικός. Είχε λουφάξει από τον έκτο μήνα οριζοντίως στο φαρδύτερο σημείο της κοιλιάς της μαμάς του, έχοντας πάρει μια παρόμοια στάση, σαν να ξεκουραζόταν σε μια αιώρα και αρνείτο να πάρει την απαραίτητη για ένα κανονικό τοκετό κατακόρυφη, με το κεφάλι προς τα κάτω και τα πόδια προς τα πάνω. Όσοι έχουν ξαπλώνει σε μια αιώρα ξέρουν πόσο άνετο και ξεκούραστο είναι κάτι τέτοιο. Όταν το κεφάλι και τα πόδια είναι υψηλότερα από τα οπίσθια και ο κορμός του σώματος βρίσκεται σε μια ελαφρά καμπύλη θέση. Η στάση αυτή συνδυαζόμενη δε με το ρυθμικό πήγαινε έλα μιας αιώρας, στην προκειμένη περίπτωση της κοιλιάς της μαμάς του Πέτρου περπατώντας, δεν του έδινε πραγματικά κανένα μα κανένα κίνητρο, μα ούτε και που περνούσε από το μυαλό του άλλωστε η ιδέα, μιας αλλαγής κατάστασης. Και έτσι εκεί θα έμενε βάζοντας σε κίνδυνο την ζωή μητέρας και μωρού, αν δεν ερχόταν εκείνο το σωτήριο νυστέρι που θα τον έβγαζε, κάπως βίαια ομολογουμένως και ξαφνικά από την προσωπική του «αιώρα». Του Πέτρου καθόλου δεν άρεσε αυτό το περιστατικό της ζωής του, και όπως ήταν φυσικό για ένα σταθερό χαρακτήρα κράτησε για πολλά χρόνια στην μαμά του κακία που του αφαίρεσε πεισματικά και χωρίς σημαντικό λόγο την προσωπική του «αιώρα», τον προσωπικό του παράδεισο. Ναι δεν μπορούσε να πει, προσπάθησε εκείνη αρκετά να εξιλεωθεί στα μάτια του αργότερα. Τον κρατούσε κοντά στο σώμα της, αφήνοντάς τον να ακούει τον γνωστό ήχο της καρδιάς της, να ακουμπά το δέρμα της, να μυρίζει την μυρωδιά της, να νιώθει το άγγιγμά της. Τίποτε από όλα αυτά δεν τον συγκινούσε. Την καρδιά της την άκουγε και τότε που ήταν ξαπλωμένος στην αιώρα, το δέρμα της το ήξερε από μέσα προς τα έξω, η μυρωδιά της του ήταν καινούργια αλλά δεν ήταν σίγουρος αν ήταν κάτι που του άρεσε ή όχι. Ακόμα και εκείνες οι προσπάθειές της να του προσφέρει ένα ρόφημα που κατάφερνε με την ίδια ευκολία να τον ξεδιψά και να χορταίνει, και προερχόταν από το ίδιο το σώμα ήταν για εκείνον χαμένος χρόνος. Στην αιώρα του δεν χρειαζόταν τίποτε. Δεν διψούσε, δεν πεινούσε, τροφοδοτείτο συνέχεια όταν το σώμα του ζητούσε κάτι με ένα σωληνάκι κατευθείαν. Χωρίς αναμονές, χωρίς να πρέπει να χρησιμοποιήσει τα χείλη, την γλώσσα ή τον λαιμό του.
Την κακία του την έδειχνε με το να αρνείται να πέσει για ύπνο όταν ο ήλιος έδυε και το δωμάτιό του σκοτείνιαζε. Αντίθετα χουζούρευε με ιδιαίτερη προτίμηση τις στιγμές, ανεξάρτητα ώρας, όταν η μητέρα καθόταν να τον θηλάσει. Πίνοντας έτσι πολύ λιγότερο από άλλα μωρά σε ανάλογες περιπτώσεις, χρειαζόταν συχνότερα τον θηλασμό. Η μητέρα του προσαρμοζόμενη στις ιδιαίτερες ανάγκες του μωρού της, συντόνισε την παροχή τροφής κάθε 2 ώρες και ο σταθερός χαρακτήρας του Πέτρου ήταν ο λόγος για τον οποίο, ο θηλασμός του κράτησε 2,5 ολόκληρα χρόνια. Δεν ήταν εύκολο ούτε για μάνα αλλά ούτε για το παιδί να αλλάξουν συνήθειες και να στερηθούν οικειοθελώς τις συναντήσεις τους ανά δίωρο, όμως λίγο το γεγονός ότι η μητέρα βρισκόταν στα πρόθυρα της νευρικής κρίσης, λίγο το ό,τι σε ένα μήνα θα πήγαινε το μωρό σε νηπιακό σταθμό σήμαινε ανεπιστρεπτί το τέλος άλλης μιας σημαντικής περιόδου στην ζωή του μικρού. Ο Πέτρος δεν έδειχνε κατανόηση για την ψυχική κατάσταση της μητέρας του. Τον ρώτησε μήπως κανείς για τα δικά του ψυχικά τραύματα, τώρα που έπρεπε για άλλη μια φορά να συνηθίσει σε μια καινούργια και από ξένους επιλεγμένη κατάσταση; Και ποιό το όφελος του να αποχωριστεί την μητέρα του εναποθετόμενος ξαφνικά και χωρίς προφανή λόγο στα χέρια μιας ξερακιανής και ασυμπάθιστη άγνωστης σε ένα άλλο κτίριο από αυτό του σπιτιού του; Ένας σταθερός χαρακτήρας όμως προσπαθεί να κρατήσει ακόμα και στην αλλαγμένη κατάσταση κάτι από την προηγούμενη σταθερή. Έτσι λοιπόν ο μικρός Πέτρος μπορεί να αποδέχτηκε με τον καιρό ότι θα βρίσκεται τα πρωινά σε ένα χώρο μαζί με άλλα ασυμπάθιστα κλαψιάρικα και χαζά μωρά, που προφανώς άλλη δουλειά δεν είχαν παρά προσπαθούσαν να κρατήσουν με κάθε κόλπο το ενδιαφέρον των νηπιαγωγών, μπορεί να σταμάτησε να ουρλιάζει να τον αφήσουν ήσυχο, κάθε φορά που κάποιος του χαμογελούσε και τον ρωτούσε αν ήθελε να παίξει μαζί του, μπορεί κάποτε να συμφώνησε να τρώει εκεί το μεσημεριανό, παρόλα αυτά δεν σταμάτησε ποτέ να αποζητά την στενή σχέση με την μαμά του και να ονειροπολεί την εποχή που κάθε δυο ώρες περνούσαν οι δυο τους σφιχτά αγκαλιασμένοι στιγμές απόλυτης ηρεμίας και σταθερότητας.
Που να το είχε φανταστεί ο Πέτρος, πως θα έφτανε μια μέρα και θα ένιωθε αγάπη για την μητέρα του. Εκείνη με την οποία ήταν καιρό μαλωμένος. Εκείνη που τον έβγαλε από την δικιά του, μοναδική και ανεπανάληπτη αιώρα. Μερικές φορές αναρωτιόταν αν αυτό που ένιωθε τώρα για εκείνην ήταν ένα συναίσθημα παρόμοιο με αυτό της αιώρας; Δεν ήταν σίγουρος, αλλά η αίσθηση της αγάπης για την μητέρα του, όπως και η γνώση ότι και εκείνη τον αγαπούσε, έδινε μια ανάλογη σιγουριά. Ναι δεν την έβλεπε τα πρωινά, δεν έτρωγε μαζί της, δεν ήταν εκεί όταν θα ζωγράφιζε δέντρα, σπίτια, τον ουρανό ή τον ήλιο, παρόλα αυτά το πρόσωπό της όταν ερχόταν να τον πάρει, η μυρωδιά της όταν έσκυβε να τον φιλήσει, το άγγιγμά της όταν χάιδευε τα μαλλιά του, ή η φωνή της όταν τον ρωτούσε πως πέρασε την μέρα του ήταν ότι σταθερότερο είχε.