Πώς να ξαναρχίσει; Είχε περάσει καιρός από την τελευταία φορά που κάθισε συγκεντρωμένος στο γραφείο του με σκοπό να ασχοληθεί. Τι είχε συμβεί αλήθεια δεν είχε καταλάβει, αλλά στα ξαφνικά είχε χάσει την ικανότητα να βλέπει εικόνες στις σκιές, να ακούει λέξεις ανείπωτες, να νοιώθει ιστορίες στο άρωμα των λουλουδιών, να ασχολείται με το κόσμο της φαντασίας, να ονειρεύεται με λίγα λόγια. “Ο προηγούμενος νοικάρης πρέπει να έκρυψε κάπου έναν χαλασμένο ονειροφάγο” είχε πει κάποτε αστειευόμενος σε ένα φίλο του. “Ένας ονειροφάγος φιλτράρει τα άσχημα όνειρα. Ένας χαλασμένος τα ρουφά όλα.” Σιγά σιγά όμως, μη μπορώντας να εξηγήσει αλλιώς την αιτία της κατάστασης, άρχισε να πιστεύει σε αυτήν την πιθανότητα και να κάνει σκέψεις για τον τόπο της κρυψώνας αλλά που να έψαχνε; Το διαμέρισμα ήταν άδειο πριν την μετακόμισή του. Τα είδη υγιεινής στο μπάνιο ήταν καινούργια, στην κουζίνα δεν υπήρχε τίποτε, ούτε ένας νεροχύτης, ούτε ντουλάπια ή πες ένα ράφι για να ξεχαστεί ένας ονειροφάγος. Αν υπήρχε ένα τέτοιο αντικείμενο στο διαμέρισμα θα έπρεπε να μπορούσε να το δει, πράγμα που δεν συνέβαινε. Και όμως κάτι του έλεγε μέσα του πως δεν έκανε λάθος. Κάτι του κλέβει τα όνειρα, μπορεί να είχε σταματήσει προ πολλού να νοιώθει ιστορίες, αλλά αυτό το ένοιωθε καθαρά, κάτι του έκλεβε, του ρούφαγε θα έλεγε αν δεν ντρεπόταν να παραδεχτεί την ένταση της αίσθησης που είχε, όποιες σκέψεις ονείρου έκανε απευθείας την στιγμή που τις σχημάτιζε. Ήξερε πως μια τέτοια τακτική, η κλοπή τους όσο είναι μικρές και ανυπεράσπιστες θα έλεγε κανείς, ήταν πολύ αποτελεσματική και δεν μπορούσε να φανταστεί τι άλλο θα ήταν σε θέση να τα βάλει με τα όνειρά του. Άρχισε να υποψιάζεται το χώρο πίσω από τους γύψινους τοίχους, το σημείο κάτω από την μπανιέρα με τις σωλήνες της, τα κουφώματα της πόρτας, τα επενδυμένα με μοκέτα σκαλάκια της εισόδου. Πως όμως να τον έβρισκε χωρίς να ξηλώσει τοίχους, σωλήνες, πατώματα; Ένας ονειροφάγος δεν εκπέμπει ραδιενέργεια να την μετρήσει, δεν είναι από μαγνήτη να βρει τα σημεία έλξης, δεν είναι από νερό να ψάξει με ένα εκκρεμές, δεν πρόσφερε ζέστη, δεν μύριζε, δεν έκανε φασαρία για να ανιχνεύσει αλλαγές θερμοκρασίας, μυρωδιάς ή ηχητικών κυμάτων. Δεν είχε πολλές εναλλακτικές λύσεις, έπρεπε να το βρει προσφέροντάς του, θυσιάζοντας του θα έλεγε καλύτερα, φρέσκα και τρυφερά όνειρα. Είχε προσέξει πως όσο βρισκόταν στο μπάνιο παραδείγματος χάριν οι σκέψεις ονειροβασίας είχαν χρόνο στο μυαλό του να ξεπηδήσουν, να πάρουν κανά δυο στροφές, να αλλάξουν κατεύθυνση, περιεχόμενο και υφή αλλά μόλις έβγαινε από την πόρτα, όλα χάνονταν, διαλύονταν, εξανεμίζονταν αφήνοντας μια αίσθηση πόνου και κενού. Στην κουζίνα αντίθετα δεν ένοιωσε αυτό τον το πόνο της αφαίρεσης για τον απλό λόγο μάλλον, ότι εκεί ούτε ένα τόσο δα ονειράκι δεν γεννιόταν, πως να κλαπεί λοιπόν κάτι που δεν υπήρξε; Μήπως ήταν αυτό το γεγονός ένδειξη πως βρισκόταν κοντά στον πλέον μισητό ονειροφάγο; Μήπως εκεί έπρεπε να άρχιζε την έρευνα του; Πήγε στο διπλανό δωμάτιο και προσπάθησε να χαλαρώσει το μυαλό του. Έβαλε απαλή μουσική, χαμήλωσε το φως τραβώντας τις σκούρες κουρτίνες, και άρχιζε να κοιτά ένα άλμπουμ με παλιές φωτογραφίες. “Πως περνά ο καιρός” σκέφτηκε. “Πότε ήμουν είκοσι πότε έφτασα τα πενήντα, πότε θα γίνω παππούς, ούτε που το κατάλαβα” του ξέφυγε όσο ξεφύλλιζε εικόνες, αποδείξεις ζωής. Έβλεπε πρόσωπα που αγάπησε, έβλεπε μέρη όπου είχε χρόνια να βρεθεί, έβλεπε μάτια ανθρώπων που έχασε από αρρώστιες να τον κοιτούν χαρούμενα, ξέχασε την αρχική του πρόθεση και συνέχισε να κοιτά μέχρι την τελευταία φωτογραφία. Άφησε το άλμπουμ ανοιχτό δίπλα του, δεν του έκανε καρδιά να το κλείσει, είχε γυρίσει με την σκέψη του χρόνια πίσω, ένοιωθε νεότερος, δυνατότερος, γεμάτος ενέργεια, γεμάτος όνειρα, εικόνες. Πως να κρατούσε για πάντα αυτήν την κατάσταση; Πως να την συντηρούσε; Πως να μην την έχανε; “Έχανε;” Σκέφτηκε “έχανε”; Με μια ένοιωσε τις εικόνες να αφήνουν το σώμα του, να αιωρούνταν, να κινούνται. Τις ακολούθησε. Δεν έβλεπε που κατευθυνόταν, είχε σκοτεινιάσει, αλλά δεν χρειαζόταν φως για να δει τις εικόνες, τα όνειρά του, που για άλλη μια φορά απομακρύνονταν χωρίς να μπορεί να κάνει τίποτε για να τα σταματήσει. Ένοιωθε την κίνησή τους, μια κίνηση παρόμοια νερού υποθαλάσσιων ρευμάτων. Αργή, σίγουρη και αποτελεσματική. Όταν κάποτε είχε την αίσθηση πως η απόσταση που τον χώριζε από τα όνειρά του ήταν πλέον σταθερή ψηλάφισε τον τοίχο ψάχνοντας ένα διακόπτη ρεύματος. Δεν βρήκε κανένα, χρησιμοποίησε τον αναπτήρα που είχε πάντα πρόχειρο στην τσέπη του και βρέθηκε αντιμέτωπος ενός τεράστιου ονειροφάγου. Το μισητό εργαλείο του βασανιστηρίου του ήταν βαμμένο με παχιές πινελίες στο ταβάνι του ελεύθερου χώρου δίπλα στο κλιμακοστάσιο ένα όροφο πάνω από το διαμέρισμά του, και κάλυπτε την επιφάνεια της κουζίνας γειτονικά του μπάνιου.