7.00 πμ
Το ζευγάρι ξυπνά αναστατωμένο. Ξέρει ότι δεν υπάρχει πολλής χρόνος μέχρι να ετοιμαστεί αυτό και οι 5 καλεσμένοι του. Μέχρι να έρθουν και τα υπόλοιπα 3 οικογενειακά πρόσωπα, μαζί με τους δυο στενούς φίλους. Κάθε δωμάτιο του σπιτιού θα είναι κατειλημμένο με τουλάχιστον 3 άτομα, σε ολόκληρο το σπίτι θα ακούγονται 6 γλώσσες, εναλλασσόμενα αλλά και ταυτοχρόνως. Πρέπει να βρούν τρόπο να φάνε μια μπουκιά στην κουζίνα, πριν σηκωθούν οι υπόλοιποι. Πρέπει να βρουν τρόπο να ντυθούν χωρίς να δει ο ένας τι φορά ο άλλος. Πρέπει να βρουν μια σειρά πως θα μεταφέρουν τους καλεσμένους τους στην Inselstrasse μέχρι τις 10 πμ. Ποιούς θα πάνε πρώτους, ποιοί θα πρέπει να περιμένουν λιγότερο, ποιούς θα έχει ο καθένας στο αυτοκίνητό του πηγαίνοντας την τελευταία διαδρομή;

9.30 πμ
Οι δρόμοι μποτιλιαρισμένοι, η συνήθης κίνηση στους δρόμους και εκείνη με το φόρεμά της σηκωμένο ψιλά στα γόνατα για να μην το τσαλακώσει προσπαθεί να παρακούσει τις συμβουλές του πατέρα της, για το πως οδηγεί ή ποιά ταχύτητα χρειάζεται στην στροφή. Τα παπούτσια στα πόδια της δεν ταιριάζουν στο φόρεμα. Φτάνοντας θα αλλάξει, θα φορέσει ψιλά τακούνια. Δεν είναι συνηθισμένη σε τέτοιου είδους ρούχα, δεν είναι όμως μια συνηθισμένη μέρα, δεν είναι συνηθισμένος ο λόγος για τον οποίο προσπαθούν να κρατήσουν αυτό το ραντεβού.
Το ραντεβού για τις 10 πμ, στον πρώτο όροφο της Inselstrasse. Περιμένοντας να πρασινίσει το φανάρι έλεγξε νοερά αν είχε ότι χρειαζόταν. Τα χαρτιά και το διαβατήριό της τα είχε. Ήλπιζε να μην είχαν ξεχάσει οι άλλοι τις ταυτότητές ή τα διαβατήριά τους. Ήλπιζε να περνούσε καλά εκείνη η αλλιώτικη και σημαντική μέρα. Ήλπιζε όλα όσα γίνονταν, να ήταν για καλό.
Να μην “εκτροχιαζόταν” με την συμπεριφορά του κανένας από τους συγγενείς, να άλλαζε προς το θετικό η σχέση τους, να την προστάτευε με τα “μαγικά” του αυτή η μικρή καμπύλη βέργα χρυσού στα δάχτυλά τους. Να τους έδενε ακόμα καλύτερα. Να ευτυχούσαν…Να ευτυχούσε.