…και ο ήλιος ανέτειλε σιγά σιγά, η κίνηση στον δρόμο μπροστά της γινόταν ολόενα και πιο πυκνή, ένας μαγαζάτορας ενεργοποιούσε τον φωτισμό της επιχείρησής του, όταν εκείνη συνειδητοποίησε πως κοιμόταν σε μια εξωτερική κόχη ενός κτιρίου, ορατή για όλους τους περαστικούς, τα ρούχα πεταμένα και τριγύρω της, μισόγυμνη. Προσπάθησε να μαζέψει τα ρούχα της, αλλά συνέχεια έβρισκε και άλλα παντελόνια, και άλλες μπλούζες. Πως θα μπορούσε να τα μεταφέρει όλα; Ήδη είχαν γεμίσει και οι δυο τσάντες της. Το τελευταίο τσαλακωμένο παιδικό παντελονάκι που είδε δίπλα της δεν θα έπιανε θέση στις τσάντες, ήταν αυτό που θα φορούσε φεύγοντας.
“Βοήθα με να φύγουμε από εδώ”, είπε σε κάποιον που ήταν δίπλα της και τον γνώριζε. Όμως για κάποιο ανεξήγητο λόγο, τίποτε δεν συνέβαινε. Και εκείνη στεκόταν εκεί… να μαζεύει και άλλα ρούχα και να αγωνιά πότε θα μπορέσει να φύγει.

…”Εσείς θα πάρετε τον Ηλεκτρικό για Κουμουνδούρου; Εγώ πηγαίνω αλλού”, είπε και πήρε την αντίθετη κατεύθυνση. Προχώρησε πάνω στις ράγες του τρένου, και ήταν σαν να περπατά πάνω σε δέρματα απλωμένα πάνω στο νερό, σαν σε γέφυρα, σαν στον πάγο μιας παγωμένης λίμνης. Και αναγνώριζε από το χρώμα του εδάφους, ποιο σημείο είναι παχύτερο, σε ποιές επιφάνειες ήταν το διαχωριστικό υλικό πιο λεπτό. Ήξερε πως αν έσπαζαν τα δέρματα κάτι επικίνδυνο θα συνέβαινε, δεν ήταν σίγουρη αν θα τη ρουφούσε το νερό στα βάθη του, ή θα κατάφερνε απλά να κολυμπήσει πάνω του. Και μερικές φορές περπατούσε στα δέρματα, άλλοτε κολυμπούσε στο νερό αριστερά από αυτό το “φράγμα”…
Δεν φοβόταν, απλά βιαζόταν να φτάσει στο τέλος. Στον προορισμό της.