“Ναι…;” ρώτησε διστακτικά σηκώνοντας το τηλέφωνο. Το φως του ήλιου που πλημμύριζε το δωμάτιο μετά την νεροποντή θάμπωνε και την δυσκόλευε να δει το νούμερο αυτού που την καλούσε.
“Έλα βρε Καίτη, πως είσαι; Επανειλημμένως σε παίρνω αλλά δε σε πιάνω. Είσαι καλά; Πάλι χαθήκαμε …” είπε η φιλική και γεμάτη ενδιαφέρον φωνή της Σοφίας από την άλλη πλευρά της γραμμής.
“Καλά είμαστε” απάντησε ξέροντας πως ο τρόπος με τον οποίο πρόφερε αυτές τις δυο λέξεις δεν ταίριαζε στο νόημά τους. Γιατί σήκωσε άραγε το τηλέφωνο; Δεν ήθελε να μιλήσει με κανένα, δεν είχε διάθεση να συζητήσει για τα ίδια και τα ίδια ξανά. Είχε βαρεθεί να προσπαθεί να εξηγήσει τα αδιανόητα. Τι να έλεγε άλλωστε; Ότι κάθε μέρα άλλαζε η πραγματικότητα; Ότι από την μια στιγμή στην άλλη συνέβη αυτό που χρόνια φοβόταν; Ότι ξαφνικά ήρθαν τα πάνω κάτω και τα κάτω πάνω; Ότι κάθε φορά που κάποιος είχε πληροφορίες, αυτές ήσαν διαμετρικά αντίθετες από όσες είχαν ειπωθεί προηγουμένως; Πως δεν είχε νόημα να προσπαθεί κανείς να συμφιλιωθεί με την κατάσταση, αφού αυτή συνέχεια μεταλλασσόταν, μέρα τη μέρα, ώρα την ώρα; Πως υπήρχαν στιγμές που ένιωθε να γυρίζουν όλοι και όλα τριγύρω της, να έρχονται ολοένα κοντινότερα, με βουητό, απειλητικά, χωρίς να ασχολούνται αν τη φοβίζουν, αν μπορεί να κρατήσει την ισορροπία της, αν ζαλίζεται ανήμπορη, εκεί στο κέντρο του τυφώνα; Και πως άλλοτε πάλι ένιωθε μια τεράστια σκιά πίσω της, 20 φορές μεγαλύτερη από την δικιά της, και παρόλο που ενστικτωδώς έτρεχε όσο πιο γρήγορα μπορούσε, στην προσπάθεια να βρεθεί όσο πιο μακρυά γίνεται, παρόλο που ήξερε την σημαντικότητα της κατάστασης, ότι ούτε εκατοστό δεν απομακρυνόταν από την σκιά; Όχι δεν είχε νόημα. Η Σοφία θα στεναχωριόταν, θα προσπαθούσε να της συμπαρασταθεί λέγοντας κάτι παρηγορητικό, θα της έδινε ίσως συμβουλές που δεν ήταν σε θέση να δεχτεί, θα τηλεφωνούσε συχνότερα για να μάθει νέα της, αναγκάζοντάς την να υποδύεται και να εφευρίσκει θετικές καταστάσεις. Δεν ήθελε το ενδιαφέρον. Δεν ήθελε τίποτε πλέον. Το μόνον που επιζητούσε ήταν να σταματούσε αυτός ο ανεμοστρόβιλος τριγύρω της. Το μόνο που ήθελε ήταν να διαλυόταν η σκιά πίσω της. Το μόνο που ήθελε ήταν ένα ουράνιο τόξο με όλα του τα χρώματα, φωτεινά, ζωηρά, ευδιάκριτα, μπροστά της.
“Καλά είμαστε” επανέλαβε και ένιωσε ξαφνικά το ουράνιο τόξο μέσα της. Ένιωθε τα χρώματά του να αναμιγνύονται παχύρρευστα στο αίμα της, να κυλούν στις αρτηρίες. Να διασχίζουν το σώμα της, χρωματίζοντάς την έτσι εκ των έσω, απελευθερώνοντάς την από καθετί την κρατούσε δέσμιο. Να της δίνουν χρώμα, ηρεμία και δύναμη.
“Περάσαμε δύσκολες στιγμές, αλλά τώρα είμαστε δόξα το Θεό ξανά καλά Σοφία μου” συνέχισε να λέει η Καίτη και χαμογέλασε ξέροντας πόσο αληθινή ήταν αυτή τη φορά η πρόταση που άφηνε τα πολύχρωμα χείλη της…