Μια φορά και ένα καιρό ήταν μια γυναίκα που την έλεγαν Ελένη η οποία είχε ένα ταλέντο να διαλέγει τα λάθος άτομα με τα οποία συνδέεται στενά. Όταν ήταν τεσσάρων χρονών, έκανε παρέα με ένα τριάχρονο, το αγόρι με το οποίο τα είχε στο δημοτικό σταμάτησε αυτομάτως να της μιλά από την στιγμή που τα φτιάξανε και της έστελνε μόνον ραβασάκια, στα 12 ήταν ερωτευμένη με ένα 36χρονο, στα 13 της άρεσε ένας συμμαθητής από το παράλληλο γυμνάσιο, που τον θαύμαζε στα μυστικά, αλλά ποτέ δεν τόλμησε να του μιλήσει, στα 15 ήταν με ένα καπνιστή -παρόλο που συχαινόταν τη γεύση του φιλιού του-, κάποια χρόνια αργότερα τα έφτιαξε με ένα παντρεμένο, οποίος αποδείχτηκε πως είχε μια παράλληλη σχέση με την καλύτερη φίλη της. Η Ελένη δεν ήξερε τι μπορούσε να κάνει προκειμένου να αποβάλει αυτό το μισητό της ταλέντο. Προσπάθησε να αποφύγει τις σχέσεις, προσπάθησε να χρησιμοποιήσει ορθολογιστικά κριτήρια στις επιλογές της, προσπάθησε να αποφύγει κάθε απόφαση και να δεχτεί τις αποφάσεις των πιθανών συντρόφων, προσπάθησε να φερθεί αντίθετα από το ένστικτό της, όλα όμως χωρίς επιτυχία.
Από καιρό εις καιρό συζητούσε το πρόβλημά της με τις φίλες της, αλλά δεν έβγαζε άκρη γιατί το ταλέντο της επηρέαζε και αυτού του είδους σχέσεις. Η μια της έλεγε ότι για όλα φταίνε οι άνδρες που έχουν φοβίες και δεν αντέχουν τις στενές σχέσεις, η άλλη της έλεγε πως της έλειπε αυτοσεβασμός, η άλλη της εξηγούσε πως ήταν δικό της το λάθος γιατί δεν είχε ρεαλιστικές απαιτήσεις, η τέταρτη τα έβαζε στα πόδια γιατί δεν είχε υπομονή να ακούσει τα προβλήματα της φίλης της, και ενδιαφερόταν περισσότερο για τα βιβλία και τη δουλειά της.
Κάποτε σταμάτησε να συζητά, άρχισε να γράφει τις σκέψεις της και ξαφνιάστηκε που έβρισκε τόσες πολλές λέξεις για να τις περιγράψει. Κάποτε της τέλειωσαν και οι λέξεις. Τότε βρέθηκε πραγματικά σε μια πολύ δύσκολη θέση. Δεν είχε πλέον τρόπους διαφυγής, έπρεπε να αντιμετωπίσει πρόσωπο με πρόσωπο το ταλέντο της. Ναι, αλλά πως; Και τι θα έκανε αν το εντόπιζε; Μπορούσε να το ξεριζώσει από μέσα της; Πόσο μεγάλο κομμάτι προσωπικότητας θα της έμενε; Ποιός κάδος αχρήστων ήταν ο σωστός για τέτοια ταλέντα; Ήταν τοξικό λύμα; Δεν ήθελε η δικιά της απελευθέρωση να γινόταν εις βάρος άλλων και να έπεφτε από κακή τύχη στα χέρια αγνώστων.
Αποφάσισε να αρχίσει την διαδικασία με ένα μπάνιο. Πάντα ένοιωθε καλύτερα μέσα στα μυρωδικά σαμπουάν και σαπούνια της. Είδε το ξυραφάκι δίπλα στα άλλα μπουκαλάκια, το πήρε και άρχισε να καθαρίζει με αυτόν το τρόπο το δέρμα της. Δοκίμασε την υφή της ξυρισμένης επιφάνειας. Της άρεσε η λεία αίσθηση που της έδινε, συνέχισε με συνέπεια το έργο της και ασχολήθηκε με όλο της το σώμα χωρίς την παραμικρή εξαίρεση. Όταν τέλειωσε, ξέπλυνε τα υπόλοιπα του σαπουνιού με ζεστό νερό, στέγνωσε το δέρμα της με μια φρέσκια πετσέτα. Στάθηκε ξανά μπροστά στον καθρέπτη. Δεν μπορούσε να εξηγήσει το φαινόμενο, ήξερε πως το ταλέντο της ήταν ακόμα εκεί, ήξερε πως ότι και αν έκανε δεν ήταν ένα πουκάμισο να το αλλάξει, ήξερε πως είτε της άρεσε είτε όχι το ταλέντο της θα ήταν το τελευταίο που θα έχανε στην ζωή της, όμως η θέα του γυμνού της σώματος, η θέα όλων αυτών που το ξυράφι έκανε δυνατόν να γίνουν ξανά ορατά, η συναίσθηση του ότι ήταν ακόμα νέα, έχοντας την γνώση του παρελθόντος της έδωσαν την σιγουριά πως ήθελε να κάνει άλλη μια προσπάθεια. Να δώσει άλλη μια ευκαιρία στην σχέση της, να αρχίσει ένα καινούργιο παιχνίδι με καινούργιες πιθανότητες επιτυχίας και να αφήσει το ταλέντο στην ησυχία του. Ίσως αν μπορέσει να το αγνοήσει να χάσει την δύναμή του και να μη μπορεί να την επηρεάσει ξανά αρνητικά.

“Γιατί όχι” σκέφτηκε όσο χτένιζε τα μπλεγμένα μαλλιά της και χαμογέλασε στον καθρέπτη.