Ποιά λέξη ψάχνω όταν βλέπω το πρωτότυπο αυτής της φωτογραφίας;
Ποιά λέξη με παρακίνησε να την μετατρέψω έτσι με digital editing σε αυτό που είναι τώρα;
Mήπως ήταν luminary?

luminary /loominri/
noun (pl. luminaries)
1 a person who inspires or influences others, esp one prominent in a particular sphere
2 an artifical light

  • Poetic/literary a natural light-giving body, esp the sun or moon

    ORIGIN late Middle English : from Old French luminarie or late Latin luminarium, from Latin lumen, lumin-, light