Να συστηθώ, με λένε ViSta και είμαι στο τσακ να σπάσω τα μούτρα μου πάνω σε αυτόν το τοίχο που κατευθύνεται με ιλιγγιώδη ταχύτητα προς το μέρος μου. Ναι σωστά διαβάζετε. Δεν κινούμαι εγώ, αλλά ο τοίχος. Δεν μπορώ εγώ να φρενάρω… Δεν μπορώ εγώ να αλλάξω πορεία. Εγώ στέκομαι σταθερά ακίνητη, αποσβολωμένη, και τον βλέπω να μεγαλώνει όλο περισσότερο, όσο πιο κοντά μου βρίσκεται. Τα πόδια μου βαριά και σίγουρα φουνταρισμένα σε δυο όγκους μπετόν, τα μάτια μου καρφωμένα στον τοίχο που πλησιάζει. Γύρω μου τίποτε πέρα από το βουητό της κίνησης. Όμοιο με αυτό ενός σεισμού ή ενός ανεμοστρόβιλου. Απίθανο, εξωπραγματικό και τρομαχτικό. Δε ξέρω αν προτιμώ να πέσει ο τοίχος πάνω μου μια ώρα νωρίτερα ή αν θα ήταν καλύτερα να καθυστερήσει εκείνη η στιγμή. Ή το τι είναι για μένα χειρότερο; Ο πόνος που θα προκαλέσει τότε η σύγκρουση στο σώμα μου ή το βουητό που διατρυπά ήδη το κρανίο μου. Το ξέρω, μετά την συνάντηση ανθρώπου και τοίχου, καμιά φθορά δε θα σημειωθεί στον τοίχο, μόνον ο άνθρωπος θα πάψει να υπάρχει. Ε και τι έγινε να μου πεις; Τόσοι άνθρωποι βρίσκονται στον πλανήτη, ένας παραπάνω ένας παρακάτω, εκεί θα κολλήσουμε; Και εγώ μάλλον θα συμφωνήσω. Θα συμφωνήσω και θα συγχαρώ τον τοίχο για την ικανότητά του να με διαλύσει. Γιατί σίγουρα θα του κοστίσει κάποιους ενδοιασμούς να λερώσει την κατά τ’άλλα καθαρή επιφάνειά του με τα “υπόλοιπα” ενός μικροβίου που έλιωσε στο πέρας του. Πόσα και πόσα μικρόβια άραγε έχουν ήδη σκάσει ή θα σκάσουν στο μέλλον πάνω του; Αναρίθμητα μάλλον. Το μόνον σίγουρο είναι ότι θα παραμείνουν ανώνυμα στην μηδαμινότητά τους. Μηδαμινά, ανώνυμα και καθημερινά…

Να συστηθώ, με λένε ViSta και δεν είμαι ανώνυμη. Δεν είμαι καθημερινή, δεν είμαι μηδαμινή. Δε θέλω να είμαι. Παρόλα αυτά στέκω ακίνητη μπροστά σε αυτόν τον ακατανόμαστο τοίχο. Το βουητό μπλοκάρει τις αισθήσεις μου. Ακούω αλήθεια αυτά που ακούω; Βλέπω πραγματικά αυτά που βλέπω; Νοιώθω αυτά που αισθάνομαι; Ποιός είμαι; Ο τοίχος ή το εμπόδιο του; Μπορώ να τον σταματήσω; Μπορεί κάτι να τον σταματήσει; Ή μήπως απλά περνούν τα τελευταία κλάσματα δευτερολέπτων ως τελευταία επανάληψη μέσα από το για ελάχιστο χρόνο εν λειτουργία μυαλό ενός νεκρού σώματος μετά το τέλος;

Να συστηθώ, με λένε ViSta και δεν είμαι μπερδεμένη. Έχω πλέον καταλάβει. Δεν είμαι ο τοίχος, δεν είμαι ο άνθρωπος, δεν υπάρχω καν στην πραγματικότητα. Είμαι απλά μια δημιουργία ενός άλλου μυαλού, που έχει σκάσει προπολλού πάνω σε έναν άλλο τοίχο. Δεν το ξέρει όμως ο δημιουργός μου, ό,τι έχει πάψει εδώ και καιρό να υπάρχει για αυτό συνεχίζει να μου δανείζει λέξεις για να σας τις λέω. Να δημιουργεί εικόνες και ιστορίες με εμένα ως πρωταγωνιστή. Και όσο ασχολείται μαζί μου, τόσο υπάρχω. Που να περάσει από το μυαλό αυτού του ηλίθιου πως αρκεί να γράψει κάτι και για τον εαυτό του, για να επιστρέψει και εκείνος έτσι και να επανακτήσει την ύλη του;

Αλλά έτσι ήταν πάντα. Ηλίθιος και προπετής. Τώρα θα αλλάξει; Αν δεν το μπορούσε όσο ήταν ζωντανός, πως να αναγνωρίσει έτσι στα ξαφνικά τώρα που πέθανε τι του συμβαίνει;