Μια φορά και ένα καιρό ήταν ένα παραμύθι. Αυτό το παραμύθι που λέτε παιδιά ήταν διαφορετικό. Δεν ήταν σαν τα άλλα που ξέρετε ή που έτυχε να σας έχουν διαβάσει οι μαμάδες σας. Όχι, αυτό το παραμύθι είχε ένα αγαπημένο χόμπι. Του άρεσε να κρύβεται. Από μικρό είχε μάθει να ξεγλιστρά, να το σκάει από το μυαλό αυτού που ήθελε να το εξιστορήσει, να βάζει εμπόδια στο δρόμο του, να κλείνει τις πόρτες πίσω του για να εμποδίσει να το ξαναβρούν, αν κάποιοι ανέλπιστα κατάφερναν να φτάσουν κοντά στα ίχνη του. Στη διάρκεια της μεγάλης του ζωής, γιατί πρέπει να ξέρετε παιδιά πως τα πιο πολλά παραμύθια ξεπερνούν δυο και τρεις φορές σε ηλικία τον γηραιότερο που γνωρίζετε. Πως; Αν τα παραμύθια υπήρχαν ήδη την εποχή των δεινοσαύρων με ρωτάτε; Ποιός ξέρει; Μπορεί, που είχαμε μείνει όμως; Ααα για την ηλικία του παραμυθιού μιλάγαμε. Λοιπόν που λέτε, κατά την διάρκεια την ζωής του είχε αποζητήσει κρυψώνα στα πιο απίθανα σημεία. Πως; Γιατί απίθανα; Ε με απογοητεύετε παιδιά μου, και σας είχα περάσει για οξυδερκείς. Μα στα πιθανά όλο και κάποιος θα το πετύχαινε και αυτό όπως θα ξέρατε άμα είχατε προσέξει και δε ονειρευόσασταν για πρίγκιπες και μαγεμένους βατράχους δεν ήθελε να το βρουν. Δεν ήθελε να το ξέρουν. Όχι δεν ήταν ντροπή αυτό που τον παρακινούσε. Δεν ήταν έλλειψη αυτοπεποίθησης. Ήξερε αρκετά καλά την αξία του. Ήξερε πως αν κάποιος άκουγε ή διάβαζε την ιστορία του θα χαιρόταν. Θα διασκέδαζε, θα τον έκανε να ξεχάσει τις έννοιες ή άλλες χαρές που τυχόν είχε νοιώσει νωρίτερα. Όχι δεν ήταν ότι φοβόταν μη και δεν άρεσε, αντίθετα ήταν σίγουρος πως επειδή θα άρεσε, ο άλλος δεν θα έχανε ευκαιρία να επαναλάβει την ιστορία στον πρώτο τυχόντα. Και τότε δεν θα ήταν πλέον ερώτημα το “αν”, παρά το “πότε” θα γινόταν και αυτό γνωστό στο πλατύ κοινό. Στην αρχή την δημοσιότητάς του -ήξερε- θα ήταν πολύ δημοφιλές. Ο κόσμος θα το θαύμαζε, θα ξεχώριζε την ιδιαιτερότητα της ιστορίας του, θα ασχολείτο σε παρέες με το νόημα των ηρώων του, θα σκεφτόταν τον κοινωνικό περίγυρο των προσώπων, το ηθικό απόφθεγμα, γιατί να είστε σίγουροι παιδιά, αν υπήρχε κάποιο στο παραμύθι σίγουρα και αυτό θα προσπαθούσαν να αποκαλύψουν. Ήξερε πως στην αρχή όλα ωραία θα ήσαν. Τόσο ωραία ώστε να μην δυσκολευτεί και να συνηθίσει και αυτό το ίδιο στην γοητεία της δημοσιότητάς του. Να την νομίσει για δίκαιο αποτέλεσμα της ύπαρξής του, για επιβράβευση της σημαντικότητάς του. Πως; Φυσικό σας φαίνεται; Ναι φυσικό είναι, φυσικό αλλά καθόλου καλό για ένα παραμύθι. Πως; Γιατί με ρωτάτε γιατί; Τίποτε δε καταλάβατε από όσα σας είπα; Μάλλον λάθος έκανα που σας διάλεξα για να σας πω την ιστορία αυτή. Γιατί σας μαλώνω; Γιατί αν είχατε δώσει νόημα στα λόγια μου θα ξέρατε πως αν αυτό το παραμύθι που δεν ήθελε να το βρουν, που δεν ήθελε να το ξέρουν, ξαφνικά βρισκόταν στο κέντρο της δημοσιότητας θα ερχόταν αντιμέτωπο με το χειρότερο εχθρό του. Με τον ίδιο του τον εαυτό. Τι τρομερή ιδέα, ανατριχιάζω και μόνον που το σκέφτομαι. Από την μια να θέλει την ησυχία και την κρυψώνα του, από την άλλη να απολαμβάνει και να αποζητά το χειροκρότημα. Να μην τον ξεκουράζει η ηρεμία παρά η φασαρία. Να μην ησυχάζει αν δεν είναι σε υπερένταση.
Πως μπορεί ένα παραμύθι να ξεπεράσει μια τέτοια απίθανη κατάσταση; Εδώ άνθρωποι και άνθρωποι τρελαίνονται με λιγότερα, ένα παραμύθι περισσότερες ανοχές να έχει; Όχι ήταν σίγουρο, μια τέτοια κατάσταση θα ήταν θάνατος για την ψυχή του. Θα ξεθώριασαν οι λέξεις του, θα χαλάρωναν οι συνειρμοί, θα ξέφτιζε το περιεχόμενό του, θα καταντούσε ανιαρό, στην χειρότερη περίπτωση αδιάφορο. Αδιάφορο; Αυτό αδιάφορο; Όχι όλα τα κακά να του συνέβαιναν, όλα πέρα από την αδιαφορία. Τίποτε δε συχαινόταν, τίποτε δε απεχθανόταν περισσότερο από την αδιαφορία. Όχι αδιάφορο δεν ήθελε ποτέ να γίνει. Αδιάφορο και καθημερινό. Αντίθετα το είχε βάλει σκοπό να παραμένει για όλη την διάρκεια της ζωής ένα ξεχωριστό παραμύθι, ένα παραμύθι με ένα ιδιαίτερο χόμπι, ένα παραμύθι που του άρεσε να κρύβεται. Ένα παραμύθι που από μικρό είχε μάθει να ξεγλιστρά, να το σκάει από το μυαλό αυτού που ήθελε να το εξιστορήσει, να βάζει εμπόδια στο δρόμο του, να κλείνει τις πόρτες πίσω του για να εμποδίσει να το ξαναβρούν, αν κάποιοι ανέλπιστα κατάφερναν να φτάσουν κοντά στα ίχνη του…
___

Καληνύχτα