Και μετά ήρθε εκείνος…
Ήρθε, σου έδειξε ενδιαφέρον, σε συνόδευσε καμπόσο, σου αφιέρωσε τον χρόνο του, του αφιέρωσες τον δικό σου, χαρήκατε, χάρηκες, χάρηκε, ζήσατε, ζήσατε τόσα πολλά μαζί, συνειδητοποίησε πως δε σε θέλει, πια, πως δε μπορεί, άλλο, και έφυγες. Εσύ έφυγες, τι άλλο να έκανες; Έφυγες. Και δεν είπες στον εαυτό σου τίποτε, δεν είπες το θρυλικό “ποτέ ξανά”. Δεν ήξερες τι να πεις, δεν ήξερες αν υπάρχεις ή όχι. Δεν ήξερες τι πάει να πει αύριο, τι μεθαύριο, μέχρι, μέχρι που ήρθε μια ηλιαχτίδα φωτός. Μια, μία πρώτα και μετά ένας ήλιος, ένας ήλιος ολόκληρος με πέντε άλλους ήλιους δορυφόρους. Πρώτα άρχισε να ξεθωριάζει ο ένας δορυφόρος, μετά χάθηκε ο δεύτερος, αργότερα τρελάθηκε ο τρίτος, και άλλαξε τροχιά, σιγά σιγά… Και τώρα; Πόσους ήλιους χρειάζεσαι για να ζεσταθείς, όταν σε καλόμαθαν οι έξι; Πόσοι ήλιοι; Τρείς είναι καλύτερα από δύο, δυο καλύτερα από έναν, ένας από μια απλή αχτίδα, μια αχτίδα καλύτερα από το τίποτε…