“Καλημέρα Γιάννη.”
“Καλημέεεεερααααα” απάντησε και η φωνή δεν άρκεσε για το καθημερινό “καλημέρα Σωτήρη”. Ένα χασμουρητό μπήκε απρόσκλητο ανάμεσα στις λέξεις τρώγοντας τη δεύτερη. Ο Σωτήρης δεν πειράχτηκε. Γνωρίζονταν από καιρό και ξέροντας ο ένας τα χούγια του άλλου κατάλαβε πως μάλλον η προηγούμενη βραδιά θα έπρεπε να παρακούρασε τον συνάδελφό του. Μάλλον κάτι από αυτά που συνέβαιναν τα βράδια των τελευταίων τριών μηνών -και που είχαν αλλάξει σε μεγάλο βαθμό την συμπεριφορά του- θα ήταν η αιτία που τον έβλεπε να έρχεται στην δουλειά για άλλη μια φορά πάρα πολύ κουρασμένο, αφηρημένο, χωρίς διάθεση και ντυμένο με τα ίδια ρούχα που φορούσε την προηγούμενη μέρα. Τι αλήθεια του συνέβαινε, με τι περνούσε τις βραδιές του δεν ήξερε. Δεν είχε τολμήσει μέχρι τότε να ρωτήσει. Ναι ήσαν συνάδελφοι, ναι έπιναν κάποτε ένα κρασάκι μαζί, αλλά φίλοι; Δε θα το λέγε. Φίλοι δεν ήσαν, άρα από που και ως που να έχει το δικαίωμα να τον ρωτήσει κάτι τέτοιο προσωπικό θέμα; Όμως χαζός δεν ήταν. Δεν είχε ξεπεράσει τα 40 χωρίς να γνωρίζει τι συνήθως απασχολούσε κάποιον τα βράδια, κάνοντάς τον πτώμα τα πρωινά. Δεν είχε δημιουργήσει μέχρι τότε στην ζωή του 8 δεσμούς, και είχε χωρίσει ισάριθμες φορές; Δεν ήταν πρωτάρης πλέον σε θέματα στενών σχέσεων. Δεν είχε άγνοια των αναγκών ενός ανθρώπου, για συντροφικότητα, αγάπη και περιπέτεια. Ούτε και για αυτή του να χρειάζεσαι ύπνο μετά από μια γεμάτη νύχτα προκειμένου να αναπληρώσεις την ενέργεια που κατά την διάρκειά της κατανάλωσες. Την ενέργεια που μετά χαράς αφαίρεσες από το είναι σου για να την προσφέρεις σε κάποιο άλλο. Σε κάποιον που και εκείνος την ημέρα μετά τις συναντήσεις σας σέρνεται από την κούραση. Μια γλυκιά κούραση για την οποία δεν κλαίγεται παρά χαίρεται ενδόμυχα που είχε την τύχη να την γευτεί. Την κούραση όχι ως αυτοσκοπό, αλλά ως αποτέλεσμα μιας νύχτας γεμάτης εμπειρίες, αισθήσεις και συναισθήματα. Μιας νύχτας σαν και αυτές που ο Σωτήρης είχε να ζήσει καιρό τώρα. Πώς να ρωτούσε τον συνάδελφο χωρίς να φανεί ότι τον ζηλεύει; Πώς να ρωτούσε χωρίς να τον κάνει να νιώσει τύψεις γιατί κάνει κάτι που δε θα έπρεπε; Ήταν αλήθεια πως η ποιότητα της δουλειάς του είχε χειροτερεύσει, όμως πως να τον επιπλήξει για κάτι που και εκείνος ευχόταν να συνέβαινε ξανά στην ζωή του; Ήταν προϊστάμενος, έπρεπε κάτι να πει, ήταν αναγκαίο να του μιλήσει αλλά πώς;
Το σκέφτηκε από εδώ, το σκέφτηκε από εκεί. Δεν έβρισκε λύση, αλλά το πρόβλημα δεν διαλυόταν με τον καιρό παρά χειροτέρευε, δεν υπήρχαν περιθώρια πλέον άλλα, έπρεπε να κάνει κάτι. Όμως όπως συχνά, δεν φτάνει κανείς να θέλει να βρει μια λύση, πρέπει και η λύση να θέλει να βρεθεί… Έτσι λοιπόν η λύση τον βρήκε βλέποντας τηλεόραση. Ήταν μια εκπομπή από αυτές που στα αγγλικά λέγονται talk shows, και που συνήθως προγραμματίζουν τα κανάλια για τις μεσημεριανές ώρες με συζητήσεις χαμηλού επιπέδου για κοινό χαμηλού επιπέδου, που επαναλαμβανόταν για αυτούς που δεν την είδαν το μεσημέρι δυο ώρες μετά τα μεσάνυχτα. Η διανοητική ικανότητα ενός ανθρώπου αυτές τις πρωινές ώρες είναι ως γνωστόν συγκρίσιμη με αυτή κοντά το μεσημέρι.. Όμως ας μη ξεφεύγουμε από το θέμα. Η λύση στο πρόβλημα του Σωτήρη δόθηκε ανέλπιστα από τον καλεσμένο όταν αυτός ομολόγησε μπροστά στο κοινό, πως είχε ένα πρόβλημα το οποίο τον καθιστούσε σιγά σιγά αλλά με σιγουριά ανίκανο εργασίας. Η ενασχόληση με την εργασία του κατά την διάρκεια της ημέρας μαζί με όλες τις δυσκολίες της, δεν τέλειωνε την στιγμή που άφηνε το κτήριο της δουλειάς. Τα βράδια στον ύπνο του, ξαναπερνούσαν από το μυαλό του τα προβλήματα της ημέρας τα οποία επαναλάμβανε ολόκληρα και ισχυρότερα κατά την διάρκεια του ύπνου του. Η φίλη του η Τέτα, που δεν άντεξε να τον βλέπει αιώνια κουρασμένο και σε υπερένταση μέρα ή νύχτα, τον είχε χωρίσει και ήταν σίγουρος πως σε λίγο καιρό ακόμα και ο προϊστάμενος θα δυσανασχετούσε. Όμως εδώ και λίγες μέρες είχε αρχίσει μια θεραπεία σε ένα ψυχολόγο. Η πρότασή του ήταν… άμα η δουλειά σας κλέβει τον ύπνο τα βράδια, κλέψτε της εσείς τον χρόνο την ημέρα και να κοιμάστε κατά την διάρκειά της. Σε λίγο καιρό θα καταλάβει ποιός κάνει το κουμάντο και θα σας αφήσει τα βράδια σε ησυχία.
Από τότε και έπειτα ο Σωτήρης το έκανε συνήθειο να μη περνά από το γραφείο του Γιάννη για την καθημερινή καλημέρα πριν τις 12 το μεσημέρι. Ούτε που ενοχλείται όταν ακούει θορύβους ροχαλητού. Η σταθερή πλέον χαμηλή παραγωγικότητά του δεν είναι λόγος επιπλήξεως, αντίθετα λόγος ιδιαίτερης ευτυχίας. Αν δεν ήταν ο Γιάννης και το πρόβλημά του, δεν θα τα είχε φτιάξει ο Σωτήρης τώρα με μια θεσπέσια και τρομερά ερωτική παρουσία σαν την Τέτα.