“Που να είναι το ράφι του καφέ” αναρωτήθηκε η Δάφνη και κοίταξε τριγύρω της τις πινακίδες που κρέμονταν με ασημένιες αλυσίδες από το ταβάνι πάνω από τα κεφάλια των πελατών στους διαδρόμους του σουπερμάρκετ. Τσάι και κακάο ήσαν μπροστά της, ο καφές μάλλον δε θα ήταν μακρυά. “Α εκεί σε βάλανε” είπε στα δυνατά χωρίς να ασχοληθεί αν την ακούει κανείς που μιλά με τον εαυτό της ή ακόμα χειρότερα με μια συσκευασία του καφέ και προχώρησε στον επόμενο διάδρομο στα αριστερά της. Σάρωσε με την ματιά της τα διάφορα προιόντα στα ράφια. Γνωστές μάρκες, μικρές, μεγάλες συσκευασίες, αλεσμένος και μη, σε pads, διαφορετικές ποιότητες, για διαφορετικούς τρόπους παρασκευής, καφές φίλτρου, χωρίς καφεΐνη, για εσπρέσο, καπουτσίνο. “Και του πουλιού το γάλα” σκέφτηκε ενθυμούμενη μια παλιά διαφήμιση ενός ελληνικού σουπερμάρκετ “αλλά ελληνικός καφέ πουθενά, τι κρίμα”. Επίτηδες είχε πάει σε εκείνο το μεγάλο μαγαζί. Είχε σκεφτεί πως μάλλον εκεί θα είχε τις μεγαλύτερες πιθανότητες να βρει τα πράγματα που ήθελε. Δεν είχε ακριβό γούστο, αλλά από ότι φαίνεται οι ορέξεις της δεν ακολουθούσαν τον συρμό. Κοίταξε την λίστα της, και κατευθύνθηκε προς το χώρο με τα ψάρια. Δυο τρεις υπάλληλοι με μπλε ποδιές, και γάντια στα χέρια τρέχαν από εδώ και από εκεί όμοια με εργατικές μέλισσες γεμίζοντας διαφανείς πλαστικές σακούλες με φρέσκο ψάρι και θαλασσινά. Το μάτι της έπεσε στα μύδια. Κοίταξε την τιμή. Δεν ήταν ακριβά. Έπαιξε με την ιδέα να τα ζητήσει, μια μακαρονάδα με μύδια ήταν ομολογουμένως μια νόστιμη ιδέα,όμως θυμήθηκε τον κανόνα που της είχε πει κάποτε ένας γνώστης. “Ποτέ με φας μύδια ένα μήνα με μ”. Τι κρίμα που είχε μπει ο Σεμπτέμβρης. Έριξε άλλη μια ματιά τριγύρω της, περιεργάστηκε τα μεγάλα ψάρια, τους αστακούς που σκαρφάλωναν ο ένας τον άλλο στην διάφανη δεξαμενή τους. Όλα νόστιμα θα ήταν αν ήξερε κανείς να τα μαγειρέψει όπως το καθένα χρειαζόταν. Δεν ήταν καλή μαγείρισσα. Δεν είχε την ανάλογη υπομονή και το μεράκι που χρειάζεται προκειμένου να μετατρέψει κανείς τα διαφορετικά υλικά σε ένα “δεμένο” και αρμονικά δημιουργημένο πιάτο φαγητό. Σε ένα ψυγείο στα αριστερά της ανακάλυψε συσκευασμένα sushi. “Αυτό ναι” σκέφτηκε και πήρε μια συσκευασία με μια ποικιλία που της άρεσε. “Σήμερα θα παραμείνει η κουζίνα κρύα” είπε στον εαυτό της, κοίταξε το καροτσάκι της και το περιεχόμενό του. Δεν χρειαζόταν τίποτε άλλο, μπορούσε να πάει να πληρώσει. Σπρώχνοντας το σχεδόν άδειο καροτσάκι μπροστά της, ένοιωσε τους μυς των ποδιών της να είναι κάπως σκληροί. “Δεν έχετε και άδικο” τους είπε λες και μιλούσε σε μικρά παιδιά που γκρινιάζουν όταν είναι κουρασμένα. Μετά τους 23 γύρους που είχε τρέξει 2 ώρες νωρίτερα αλίμονο να ήσαν τώρα ξεκούραστα. “Θα πάμε να πληρώσουμε και μετά αμέσως στο σπίτι, άλλο δεν θα σας ταλαιπωρήσω σήμερα” πρόσθεσε αψηφώντας τις αποδοκιμαστικές ματιές των άλλων πελατών του σουπερμάρκετ. Το “μη χειρότερα” μιας κυρίας που μάλλον την θεώρησε λιγουλάκι τρελή επειδή μιλούσε με τον εαυτό της, δεν κατάφερε να φτάσει ή να εισχωρήσει στα αφτιά της Δάφνης. Έτσι ήταν αυτή η κοπέλα. Άκουγε ή ένοιωθε τους μυς της, συζητούσε με τον καφέ και τους διαδρόμους ή τα ράφια ενός σουπερμάρκετ, ίσως ίσως με τις γαρίδες και τις καραβίδες αλλά αρνητικά σχόλια συνανθρώπων της δε ήταν σε θέση να δεχτεί το σώμα της. Τα αφτιά δημιουργούσαν αυτομάτως μια πανοπλία και τα μπλόκαραν. Η Δάφνη τοποθέτησε τα πράγματα τακτικά στην ζώνη του ταμείου, άκουσε τα πλιν, και πλαν που κάνει η μηχανή αναγνωρίζοντας τον εκάστοτε κωδικό και τις ανάλογες τιμές, έδωσε την κάρτα της προκαταβολικά, μάζεψε τα πράγματα ξανά στο καροτσάκι της, με μια άλλη σειρά και τάξη αυτή την φορά, και σήκωσε το κεφάλι της προς την μεριά του ταμεία όταν εκείνος της ανακοίνωσε το τελικό ποσό. Συμφώνησε χωρίς μια δεύτερη σκέψη, έδωσε τον κωδικό της κάρτας της στο μηχάνημα και χαμογέλασε θερμά στον υπάλληλο. Έμοιαζε τόσο πολύ στον φίλο της τον Νίκο που έπρεπε να αναρωτηθεί αν ονειρευόταν. Κοίταξε τον ταμεία βαθιά μέσα στα μάτια, και το βλέμμα της ήταν τόσο έντονο που αναγκάστηκε εκείνος να κατεβάσει το κεφάλι από την αμηχανία. “Τι κρίμα, δεν είσαι εκείνος” είπε νοερά χωρίς να βγάλει λέξη αυτήν την φορά. Ο Νίκος, ή μάλλον το φάντασμα του ιδανικού άνδρα που είχε δημιουργήσει εδώ και κάμποσα χρόνια στο μυαλό της, θα είχε το σθένος να αντιμετωπίσει όλη την ένταση της ματιάς της χωρίς καμιά δυσκολία αλλά ούτε θα την ανάγκαζε να κατεβάσει εκείνη το κεφάλι. Θα την αντιμετώπιζε με σοβαρότητα, θαυμασμό αλλά και σεβασμό.