Κοίταξε αριστερά, κοίταξε δεξιά, κοίταξε μπροστά, στο γραφείο, ανάμεσα στα χέρια του και αναρωτήθηκε που και πως βρέθηκε εκεί που βρισκόταν. Δεν αναγνώριζε τον χώρο, δεν αναγνώριζε τους ανθρώπους που πολυάσχολοι εργάζονταν στα διπλανά γραφεία, δεν καταλάβαινε την γλώσσα που άκουγε στις συζητήσεις τους. Δεν μπορούσε να ξεχωρίσει αν χάραζε η μέρα ή έδυε ο ήλιος. Ακόμα και τα δάχτυλά του, φάνταζαν ξένα και παράταιρα στα χέρια του. Τι είχε συμβεί; Ονειρευόταν ή είχε διαταραχή αισθήσεων. Ζούσε αυτά που έβλεπε, ή θυμόταν κάτι που είχε κάποτε διαβάσει ή ακούσει; Κοίταξε ξανά μπροστά του. Περιεργάστηκε το είδωλο που καθρεπτιζόταν στο μόνιτορ του υπολογιστή. Δεν γνώριζε το πρόσωπο που του παρουσιαζόταν. Το έβλεπε μπροστά του, ήξερε πως με βάση του νόμους της φυσικής και της οπτικής θα πρέπει να ήταν το πρόσωπό του, αυτό που τον κοίταζε έτσι ξαφνιασμένο, όμως δεν έχει καμιά ανάμνηση που να τον συνδέει με αυτό. Δεν ήταν του γούστου του έτσι και αλλιώς. Οι αναλογίες του δεν τον ευχαριστούν. Τα μάτια δεν είχαν τίποτε οικείο μέσα τους. Το μουστάκι… Πως μπορούσε ποτέ να αφήνει κανείς ένα τέτοιο μουστάκι και να μην το ξυρίσει…; Τον όγκο εκείνης της γαμψής μύτης, άφηνε καλύτερα χωρίς χαρακτηρισμό… Και όμως οι άλλοι δεν φαίνονταν να ασχολούνται, δεν ξενίζονταν. Τι πήγαινε να πει αυτό; Δεν τον έβλεπαν ή τους ήταν αυτονόητη η παρουσία του; Αν ίσχυε το δεύτερο, τότε ήξεραν περισσότερα από τον ίδιο. Γιατί αν για αυτούς ήταν αυτονόητος, για το εαυτό του η συγκεκριμένη στιγμή στερείτο παντελούς νοήματος.
Τι να κάνει; Τι μπορεί να κάνει για να καταλάβει τι συμβαίνει;
Να βάλει τις φωνές ή να αφουγκραστεί για λίγο ακόμα μήπως και ο χώρος του ψιθυρίσει την απάντηση;
Ποιός είναι; Τι κάνει σε εκείνο το γραφείο; Ποιοι είναι όλοι αυτοί τριγύρω του; Συμπαθείς συνάδελφοι, χρόνιοι φίλοι ή κακοήθεις ανταγωνιστές; Ποιόν να εμπιστευθεί και να ζητήσει βοήθεια; Υπάρχουν ακόμα περιθώρια ή μήπως είναι πλέον αργά;

Κοίταξε αριστερά, κοίταξε δεξιά, κοίταξε μπροστά, στο γραφείο, ανάμεσα στα χέρια του. Δεν αναγνώριζε τον χώρο, δεν αναγνώριζε τα χέρια του, ακόμα και αυτό το σώμα, δεν πρέπει να ήταν το δικό του. Απελπισμένα αναζήτησε με τα μάτια τριγύρω του την αιτία για το όλο μπέρδεμα. Μάταια. Ακόμα και εικόνες που έφταναν στον εγκέφαλό του, όπως και ο εγκέφαλος ο ίδιος εξάλλου με τις σκέψεις του δεν φαίνονταν να του ανήκουν.

Αν είχε στομάχι σε εκείνο το σώμα που δεν ένοιωθε καθόλου, θα αναγούλιαζε όταν καταλάβαινε την αλήθεια. Το πνεύμα του απλά κυκλοφορούσε αδέσποτο χωρίς ύλη ή όγκο, ανάμεσα σε όνειρα και εφιάλτες στην προσμονή ενός μέλλοντος που δε θα ερχόταν ποτέ πλέον…