Ήταν λέει ένα δωμάτιο ζαχαροπλαστείου. Συνδεόταν με μια τσουλήθρα με το εργαστήριο που ήταν στο υπόγειο και μπροστά του είχε άλλο ένα χώρο πώλησης. Δεν ξέρω γιατί, αλλά από το εργαστήριο ερχόταν κάποιος κίνδυνος. Κάποιος παρείσακτος που απειλούσε να ανέβει αντίστροφα την τσουλήθρα. Και εγώ σε αυτό το δωμάτιο, να ψάχνω πως να προστατευτώ. Να πετώ ότι έβρισκα στον σωλήνα της τσουλήθρας για να δυσκολευτεί η επικείμενη ανάβαση, να μαζεύω μαχαίρια και κοφτερά εργαλεία ζαχαροπλαστικής που έτυχε να βρίσκονται απλομένα στο δωμάτιο. Να προσπαθώ να κλειδώσω την ενδιάμεση πόρτα, πηγαίνοντας στο μπροστινό δωμάτιο με κατεύθυνση προς την έξοδο. Να βρίσκω την εξωτερική πόρτα κλεισμένη με χαρτόνια και σελοφάν, και να τραβώ το ένα επίπεδο χαρτονιού μετά το άλλο, αλλά η έξοδος να μην λέει να ελευθερωθεί.

Ήταν λέει η ViSta σε ένα ζαχαροπλαστείο, ο κίνδυνος απειλούσε να τη φτάσει από στιγμή σε στιγμή, η έξοδος μπροστά της μπλοκαρισμένη και εκείνη παγιδευμένη πάλευε χωρίς να ξέρει “πως”, χωρίς να ξέρει “γιατί” ή εναντίον ποιού να σώσει την ζωή της.