«Τρελαίνομαι για τέτοια», σκέφτηκε ο καλός άγγελος της Μαρίας Ρίζου, ο Τίμος Κωσταντινίδης, όταν άκουσε την τελευταία πρόταση του Αλέξανδρου Λέκα. Το να ψάχνει στο internet και στις ανάλογες βάσεις δεδομένων της αστυνομίας για προσωπικά στοιχεία κάποιου αποτελούσε πάντα ένα από τα πιο αγαπημένα κομμάτια της δουλειάς του και κάτι που διεκπεραίωνε ιδιαίτερα αποτελεσματικά.
Ευχαρίστησε τον επισκέπτη του για την βοήθεια και την παρουσία του, άνοιξε την πόρτα του γραφείου του δείχνοντας έτσι με τον τρόπο του, ότι η συνδιάλεξή τους τέλειωσε και δεν ξέχασε να δώσει μια κάρτα με το τηλέφωνό του για να χρησιμοποιηθεί από τον Λέκα στην περίπτωση που είχε κάποια επιπρόσθετη πληροφορία.

Επιστρέφοντας μπροστά στον υπολογιστή του, τράβηξε ένα κάθισμα δίπλα του και το πρότεινε στην συνάδελφο. Άρχισε ψάχνοντας τις κλήσεις που έγιναν προς το τηλέφωνο της οικογένειας Λέκα και βρίσκοντας ένα νούμερο καταχωρημένο στο όνομα ενός «Ηλία Πορφυρού», συνέχισε την έρευνα με βάση πλέον ολοκλήρου του ονόματος και της διεύθυνσης που ήταν καταχωρημένη για τον πελάτη του συγκεκριμένου κινητού. Από εκεί και πέρα βρήκε τον αριθμό του τηλεφώνου του σπιτιού, τον συμβεβλημένο τραπεζιτικό λογαριασμό από όπου γίνονταν αυτομάτως οι πληρωμές, wishing lists σε διαφορετικά online βιβλιοπωλεία, πληροφορίες για αγορές προϊόντων μέσω πιστωτικής κάρτας, ημερομηνία λήψης της άδειας οδήγησης, αριθμό πινακίδας και τους βαθμούς ποινής στο point system αλλά και άλλα πολλά και ενδιαφέροντα περί σπουδών και προηγούμενους εργοδότες τα οποία ο ίδιος ο κος Πορφυρός ανέφερε σε ένα ιδιωτικό Website.

«Ποτέ δεν θα πίστευα ότι οι άνθρωποι θα ήταν τόσο φλύαροι στο internet και θα ανέφεραν τόσα πολλά προσωπικά τους στοιχεία χωρίς τον παραμικρό ενδοιασμό. Για πήγαινε μια μέρα να αγοράσεις μια τυρόπιτα και ρώτα τον φούρναρη που έμαθε την δουλειά του. Άμα δεν σε διαολοστείλει για την ηλίθια ερώτηση πρωινιάτικα, θα σου απαντήσει στην καλύτερη περίπτωση ότι δεν είναι δουλειά του να μιλά με τους πελάτες παρά να τους πουλά ψωμί ή και τυρόπιτες. Την πήρες, φύγε και καλύτερα να μην ξαναζητήσεις άλλες στο μέλλον…» παρατήρησε η Ρίζου θαυμάζοντας την πληθώρα των στοιχείων που στο μικρό σχετικά διάστημα μαζεύτηκαν χωρίς ιδιαίτερη δυσκολία.
«Τι να σου πω;» απάντησε ο Τίμος Κωσταντινίδης. «Έχω σταματήσει προ πολλού να ξαφνιάζομαι με την αφέλεια του κόσμου. Προσωπικά μου έρχεται βολικό, τελεία και παύλα.»
«Οκ, έχεις δίκαιο, ας προσπαθήσουμε να τα αξιολογήσουμε λοιπόν…» πρότεινε η Μαρία Ρίζου.

«Ο Ηλίας Πορφυρός» άρχισε ο Κωσταντινίδης υπακούοντας «είναι 28 ετών, κάτοικος Κυψέλης, απόφοιτος χημικός, εδώ και 2 χρόνια άνεργος, αλλά και σε σχετικά καλή οικονομική κατάσταση, ώστε να μπορεί να έχει πιστωτική κάρτα, κινητό και να αγοράζει βιβλία και άλλα προϊόντα με την κάρτα του».

«H λίστα δώρου» συνέχισε εκείνη «που έχει παρουσιάσει στο internet με τα βιβλία που θα ήθελε να του χαρίσουν δείχνει ότι τον ενδιαφέρουν θέματα ψυχολογίας, εγχειρίδια ψυχιατρικής αλλά και τα αστυνομικά μυθιστορήματα. Tα βιβλία της Βασιλικής Λέκα δεν βρίσκονται όμως εκεί…».

«Ίσως γιατί τα είχε ήδη αγοράσει. Πιθανό δεν είναι;» αναρωτήθηκε ο συνάδελφος.
«Τι λέει η λίστα των αγορών μέσω πιστωτικής κάρτας;» συμβούλεψε η Μαρία Ρίζου.

«Μα βέβαια, πως μπόρεσα να το παραβλέψω; Ένα λεπτό να ψάξω για τους συγκεκριμένους τίτλους…» απάντησε εκείνος και πρόσθεσε με ανυπομονησία «πιο γρήγορα, πιο γρήγορα» απευθυνόμενος στην οθόνη του.

Αν κάτι δεν μπορούσε να αντέξει ο Τίμος Κωσταντινίδης ήταν αργοί υπολογιστές ή ανεπαρκείς συνδέσεις δικτύου. Ειδικά κάτι τέτοιες στιγμές που μπορούσε σε ρυθμό ρεκόρ να ανακτήσει σημαντικά στοιχεία και να δώσει έτσι μια μεγάλη και σημαντική ώθηση στην υπόθεση με την οποία ασχολείτο δεν άντεχε να τον φρενάρει ένα μηχάνημα που ο προορισμός του ήταν να παρέχει γρήγορα και χωρίς προβλήματα τις υπηρεσίες του. Οι άνθρωποι είχαν δικαίωμα να ξεκουραστούν, τα μηχανήματα έπρεπε να απαντούν σύντομα και ανεξάρτητα πόσες πολλές ή απανωτές εντολές αναζήτησης έστελνε. Όμως το δίκτυο, η βάση δεδομένων, η μνήμη του υπολογιστή, οι υπολογιστές που στεκόντουσαν ενδιάμεσα σε αυτόν και τα αποτελέσματα της αναζήτησής του βρήκαν εκείνη την στιγμή ευκαιρία, λες και ήθελαν να τον εκνευρίσουν, για να καθυστερούν και να αρνούνται των υπηρεσιών τους.

«Nα πάρει» του ξέφυγε, όταν ξαφνικά εμφανίστηκε μια μπλε οθόνη με άσπρα γράμματα ενημερώνοντάς τον, ότι ένα πολύ βασικό και σημαντικό λάθος συνέβη στο σύστημα από το οποίο δεν μπορεί να συνέλθει από μόνο του και έτσι έκλεισε αναγκαστικά και απότομα όλες τις εφαρμογές που βρισκόντουσαν σε λειτουργία προκειμένου να μπορέσει να ξαναρχίσει με το επόμενο πλήκτρο που θα πατήσει ο χρήστης.

«Αποφάσισες μαμά τελικά, τι μοντέλο θα πάρουμε;» ρώτησε η Κατερίνα Ρίζου την μητέρα της καθώς εκείνη ξεφύλλιζε μηχανικά ένα περιοδικό με αυτοκίνητα και μηχανές.
«Δεν ξέρω δυσκολεύομαι. Το ένα είναι γρήγορο αλλά πανάκριβο στα ασφάλιστρα, το άλλο είναι μοντέρνο στην παρουσία αλλά δεν έχει πολύ χώρο στο πορτμπαγκάζ, το τρίτο είναι φθηνό αλλά σχεδόν αδύνατον να το πουλήσεις με καλή τιμή αργότερα ως μεταχειρισμένο, άσε που μερικά τα βρίσκω απλά και μόνον πανάσχημα…. Εσύ αλήθεια τι θα διάλεγες; Το έχεις σκεφτεί;»
«Mια κόκκινη Ferrari» εκτόξευσε η μικρή με μια πρωτοφανή και απίστευτη για την ηλικία της δυναμικότητα χαμογελώντας.