Πόσο το σιχαινόταν εκείνο το συναίσθημα. Εκείνο που από την μια στιγμή στην άλλη στένευε τους πνεύμονες κόβοντας βίαια και απειλητικά την αναπνοή της. Που με απίστευτη ταχύτητα κυρίευε πρώτα το καυτό από τη μία πικρή και αβάσταχτη σκέψη κεφάλι της και στην συνέχεια ολόκληρο το είναι. Που της έδινε την αίσθηση ότι συνθλίβεται από το βάρος που ξαφνικά την κρατούσε αιχμάλωτη. Αιχμάλωτη; Ναι αιχμάλωτη στο ίδιο της το σώμα. Αιχμάλωτη σε ένα σώμα που εκείνη για άλλη μια φορά δεν το έλεγχε. Που αυτό από μόνο του της επέβαλε την μια και μόνη σκέψη, αφήνοντάς την ανήμπορη να αντισταθεί. Να δεχτεί και άλλες εκδοχές ως πιθανές, να αφήσει κάτι να εισβάλει στο κλειστό σύστημα, όπως ήταν αυτό του μυαλού της εκείνη την στιγμή, αποσπώντας έτσι την προσοχή της και χαλαρώνοντας την ένταση. Ένα κλειστό σύστημα που δεν δεχόταν τίποτε άλλο πέρα από αυτή την μια και μοναδική ιδέα που περιείχε, αφήνοντάς της χώρο για να γυρίσει, να περιστραφεί, ξανά και ξανά γύρω από τον εαυτό της, να κερδίσει έτσι σε μέγεθος, σε δύναμη, σε βεβαιότητα, σε σημασία.
Ο χρόνος έμοιαζε να τρέχει και να σταματά ταυτόχρονα. Οι άνθρωποι, τα κτίρια, ξεθώριαζαν γύρω της σιγά σιγά, μόριο με μόριο διαλύονταν και έπαιρναν μαζί τους όλους αυτούς τους ήχους του περιγύρου της. Έμενε έτσι μόνη. Μόνη και έρμαιο εκείνης της πληγής, και εκείνου του πόνου που επανέρχετο έτσι ξαφνικά και χωρίς προειδοποίηση στην ψυχή της.
Πώς πονούσε αλήθεια; Όταν την συνέπαιρνε το σιχαμερό εκείνο συναίσθημα, ένιωθε το στήθος της πληγωμένο, κενό, μαχαιρωμένο και στα δυο της χέρια δεν κρατούσε πλέον τίποτε άλλο παρά την ματωμένη της καρδιά.
Με τα μάτια της ψυχής της την έβλεπε – κουρασμένη αλλά και τρυφερή συνάμα – να πάλλεται αδύναμα στις παλάμες της προσπαθώντας μάταια να ανατρέψει την βεβαιότητα ό,τι τουλάχιστον για εκείνη το παιχνίδι της ζωής ήταν χαμένο προ πολλού.
Πόσο ήθελε να ήταν σε θέση να την χαϊδέψει τρυφερά, να την επαναφέρει με μια σίγουρη κίνηση πίσω στο σώμα της, να επουλώσει και να επανασυνδέσει τα ματωμένα άκρα της, να της παρέχει την απαραίτητη φροντίδα για να αναρρώσει. Να την ξανανιώσει να χτυπά ρυθμικά, δυναμικά, υγιή. Να σώσει εκείνην, να σώσει και τον εαυτό της.
Ξέροντας όμως τις δυνάμεις της δεν μπορούσε παρά να αναλογιστεί και τις άλλες εναλλακτικές λύσεις. Θα προστάτευε την καρδιά αγνοώντας τον εαυτό της. Θα έσωζε τον εαυτό της έστω και χωρίς καρδιά. Έπρεπε να αποφασίσει. Όσο αργούσε τόσο μειώνονταν οι πιθανότητες να μπορεί να γιατρευτούν και τα δυο.
Θα ήταν λύση άραγε αν έραβε πρόχειρα το πετσοκομμένο δέρμα και πετούσε την καρδιά της μακριά; Τόσο μακριά ώστε να μην νιώθει πλέον την απελπισία της, να μην ακούει άλλο τους βίαιους χτύπους της, να μην βλέπει τις βαθιές πληγές της, να μην αισθάνεται τον αέναο πόνο της, να μην δει το τέλος της. Ήξερε πως θα μπορούσε να επιβιώσει ακόμα και χωρίς αυτό το όργανο. Ήξερε πως οι γιατροί θα μπορούσαν να βρουν μια άλλη καρδιά να αναπληρώσει την λειτουργία της. Πως στην τελική, ακόμα και ένα μηχανάκι στο σώμα της αρκούσε για να λειτουργεί.
Όμως ποια θα ήταν πλέον η αξία της ως άνθρωπος αν δεν είχε πλέον ούτε την καρδιά της. Αν απαρνιόταν ακόμα και εκείνη;
«Καμία. Καμία πλέον…»

Έτσι σκεφτόταν λοιπόν, όσο οι ήχοι τριγύρω της γίνονταν κατανοητές λέξεις ξανά, όσο έβλεπε σκιές να μετατρέπονταν πάλι σε ανθρώπινες μορφές, όσο ένιωθε οικίες μυρωδιές να επανέρχονται, τους μύες να χαλαρώνουν, τους κόμπους από τις πτυχές του εγκέφαλου να λύνονται, την πίεση να διαφεύγει σιγά σιγά.
Κοίταξε τα χέρια της. Άδεια. Καθαρά.
Ακούμπησε προσεκτικά με την δεξιά παλάμη το στήθος της και όσο περίμενε να νιώσει την επόμενη σύσπαση ήλπιζε όλο αγωνία να είχε κάνει την σωστή επιλογή.