Δυο εβδομάδες μετά το δυστύχημα, Πέμπτη 8.00 μμ

Με την εισαγγελικη εντολή και μέγιστη ταχύτητα 150 χιλιόμετρα την ώρα διάνυσαν οι 2 αστυνομικοί την απόσταση Αθήνα-Χαλκίδα σε χρόνο ρεκόρ, συνέλαβαν τον Θόδωρο Νικολόπουλο, πήραν τον δρόμο της επιστροφής και τρία τέταρτα της ώρας το πολύ αργότερα πάρκαραν μπροστά στο αστυνομικό τμήμα.
Τα πρόσωπα τους ήταν ροδοκοκκινισμένα από την ανέλπιστη αναστάτωση βγαίνοντας από το περιπολικό. Είχαν ένα περίεργο αίσθημα υποχρέωσης σε αυτόν το κρατούμενο. Δεν τους είχε ξανασυμβεί να κάνουν τόσο μεγάλη και χορταστική διαδρομή στο αυξημένης ιπποδύναμης περιπολικό, ούτε τους δινόταν συχνά η ευκαιρία στις μετακινήσεις τους μέσα στην πόλη να αναπτύσσουν τόσο υψηλές ταχύτητες. Το γεγονός ότι στον ελληνικό αυτοκινητόδρομο ισχύει το όριο των 120 χλμ. ανά ώρα ήταν ένα θέμα αμελητέας σημαντικότητας. Άλλωστε αν η αστυνομία που η λειτουργία της ήταν να ελέγχει την εφαρμογή των νόμων, δεν μπορούσε κάποτε να τους παρακάμπτει, ποιος θα μπορούσε;

Οι δυο αστυνομικοί παρέδωσαν τον Νικολόπουλο στην αίθουσα ανάκρισης όπου περίμενε η επιθεωρητής Ρίζου παρέα με τον καλό της άγγελο.
-“Κε Νικολόπουλε στην συνάντησή μας στην Χαλκίδα σας είχα ρωτήσει πότε είδατε για τελευταία φορά την Δήμητρα Ζησοπούλου. Μήπως θυμάστε τι μου απαντήσατε;” άρχισε η Μαρία Ρίζου με τις ερωτήσεις της.
-“Γιατί να μην θυμάμαι; Την Δήμητρα την είχα δει την δευτέρα, 3 μέρες πριν το θάνατό της.”

-“Σας είχα επίσης ρωτήσει αν είχατε μια καλή σχέση μεταξύ σας; Και τι μου απαντήσατε;”
-“Τα ίδια που θα απάνταγα αν με ρωτάγατε και εδώ. Ότι ήμασταν ευτυχισμένοι.”

-“Άμα ήταν έτσι πως εξηγείτε το γεγονός ότι η Ζησοπούλου γράφει στο blog της ότι σας φοβάται; Ότι φοβάται την ζήλια σας;”
-“Αλήθεια έτσι έγραψε;” Και ένιωσε την ανησυχία να τον κυριεύει. Ποτέ δεν το χώνεψε αυτό το blog, τώρα θα γνώριζε μάλλον το γιατί. “Δεν μπορώ να το εξηγήσω” συνέχισε.

-“Κε Νικολόπουλε ρωτήσαμε στην πολυκατοικία που μένετε και οι γείτονές σας θυμούνται ότι εκείνο το Σαββατοκύριακο είχαν ακούσει δυνατές φωνές από το διαμέρισμά σας. Καβγαδίσατε με μια γυναίκα. Διαφωνίες;”
-“Ε, μικρές αντιπαραθέσεις, συμβαίνουν σε όλα τα ζευγάρια. Άσε που αναπυρώνουν την σχέση.”

-“Η Δήμητρα Ζησοπούλου είχε προσληφθεί σε ένα νηπιαγωγείο της Γερμανίας. Σε 2 μήνες θα άρχιζε την δουλειά. Μήπως για αυτό καβγαδίσατε;”
-“Δεν μου είπε ποτέ κάτι τέτοιο. Μάλλον κάνετε λάθος.”

-“Ίσως έχετε δίκαιο, ίσως να προτίμησε να το κρατήσει μυστικό γιατί σας φοβόταν.”
-“Δεν ξέρω γιατί το πιστεύετε αυτό. Είναι πάντως λάθος.”

-“Το ξέρατε ότι η Δήμητρα Ζησοπούλου ήταν έγκυος;” ρώτησε η Ρίζου και έστρεψε το βλέμμα της καθ΄ολοκλήρου στον Νικολόπουλο. Ήθελε να δει την αντίδρασή του, ήλπιζε ότι θα ψυχολογούσε την εσωτερική του κατάσταση.
-“Βεβαίως” είπε με ένα αδιάφορο τρόπο λες και δεν του καιγόταν καρφάκι, αλλά η ελάχιστη καθυστέρηση με την οποία ήρθε η απάντηση αναίρεσε την τυχόν αξιοπιστία.

-“Αλήθεια, πως; Αφού ούτε και εκείνη μάλλον δεν το ήξερε, ήταν μόνον 3 εβδομάδων, στην αρχή δηλαδή. Θα μας πείτε επιτέλους την αλήθεια;” ρώτησε ανεβάζοντας την φωνή της.
-“Δεν μου το είπε, εγώ το είδα στον τρόπο της, στην συμπεριφορά της εγκύου που λένε” πάλεψε να σώσει τουλάχιστον την κατάσταση ήδη μετανιωμένος για την προηγούμενη απάντησή του.

-“Δεν αφήνετε τα κλούβια λέω εγώ; Έχουμε αποδείξεις ότι βρισκόσασταν το μεσημέρι της Πέμπτης στην Βούλα. Κατεβήκατε Αθήνα γιατί είχατε προβλήματα με την Ζησοπούλου. Έτσι δεν είναι;”
-“Αποδείξεις, τι αποδείξεις; Την Πέμπτη ήμουν στην δουλειά.”

-“Ναι βέβαια, την Πέμπτη το απόγευμα είχατε δουλειά αλλά την Πέμπτη στην μία η ώρα βρισκόσασταν στην Βούλα. Οι συνάδελφοι επιβεβαίωσαν ότι φύγατε νωρίς για το μεσημεριανό φαγητό και επιστρέψατε λίγο μετά τις δυο. Έξυπνο, πρέπει να το παραδεχτώ ποιος θα έβαζε στο μυαλό του αυτήν εκδοχή.”
-“Δεν ξέρω για τι πράγμα μιλάτε. Πήγα για φαγητό στην πόλη της Χαλκίδας. Είχα να πάω στην Αθήνα εδώ και 2 εβδομάδες”.

-“Έξυπνο, πρέπει να το παραδεχτώ” επανέλαβε. “Να το κάνετε μέσα στην εβδομάδα προκείμενου να μην πέσουν σε εσάς οι υπόνοιες μια που μένετε σχετικά μακριά. Όμως οι αποστάσεις είναι σχετικές, την κάνατε αυτήν την διαδρομή συχνά με την Ζησοπούλου, ξέρατε πόσο χρόνο χρειάζεστε.” Η Μαρία Ρίζου έκανε μια παύση, όταν είδε ότι ο Νικολόπουλος δεν θα σχολίαζε τα λόγια της συνέχισε.
“Τα τηλεφωνήματα στον αυτόματο τηλεφωνητή στο σπίτι… έξυπνη ιδέα, για να δείξετε την ανησυχία σας, ότι τάχα δεν απαντά, ότι δεν ξέρετε που μπορεί να βρίσκεται. Η δε αντίδρασή σας όταν σαν ενημέρωσα για το δυστύχημα άξιζε συγχαρητήρια και ένα Oscar. Τουλάχιστον!”
O Nικολόπουλος ένιωθε όλο και πιο άβολα στην καρέκλα του.

“Νομίσατε ότι τα υπολογίσατε όλα,” συνέχισε η επιθεωρητής Ρίζου, “αλλά ξεχάσατε ότι δεν υπάρχουν τέλεια εγκλήματα. Πάντα κάτι ξεχνιέται, πάντα κάτι ξαφνιάζει και τα πράγματα δεν πάνε ακριβώς όπως τα υπολογίζει κανείς. Η πράξη είναι ελάχιστα διαφορετική από την θεωρία.”

Ο Θόδωρος Νικολόπουλος αναρωτιόταν τι πήγε στραβά. Επανέλαβε νοερά τις κινήσεις του, δεν βρήκε κανένα ψεγάδι, θα έπρεπε να νιώθει σίγουρος, μάλλον μπλόφαρε η αστυνομικός, αλλά δεν μπορούσε να αποκλείσει και την αρνητική περίπτωση. Ο ρυθμός των συστολών της καρδιάς του αύξανε δραματικά και ανέβαινε μαζί του και η θερμοκρασία του σώματος. Ήδη άρχιζε να γυαλίζει το στέρνο από μικρές σταγόνες ίδρωτα.

“…Όμως δεν σκεφτήκατε ότι θα είχατε την ατυχία να πέσετε σε παγίδα του ραντάρ. Δεν την είδατε ή σκεφτήκατε ότι δεν υπήρχε πρόβλημα αφού το αυτοκίνητο που οδηγούσατε ήταν νοικιασμένο;”

Πάαααααφ! Με μιας ένιωσε το οικοδόμημα του ψέματος που είχε προσπαθήσει να δημιουργήσει να γκρεμίζεται σαν να ήταν μια χάρτινη τράπουλα. Πάντα προσπαθούσε να αποφύγει την οδήγηση στην Αθήνα. Η κίνηση, οι βιαστικοί οδηγοί, τα πολλά αυτοκίνητα, η τρελή οικοδόμηση και οι περίεργοι δρόμοι δεν του άρεσαν. Προτιμούσε να παίρνει το metro και τα λεωφορεία, όμως αυτό που είχε βάλει σκοπό να κάνει δεν γινότανε με μέσα μαζικής μεταφοράς. Έπρεπε να κινηθεί αόρατα και γρήγορα. Για αυτό νοίκιασε το αυτοκίνητο. Για αυτό διάλεξε την μεσημεριανή ώρα. Για αυτό επέλεξε εκείνη την μέρα. Ήξερε ότι την Πέμπτη έφευγε η Δήμητρα βιαστικά από το νηπιαγωγείο για την ώρα της γυμναστικής της. Το σωληνάκι δεν θα άντεχε την διαδρομή με τις πολλές στροφές. Δεν ήταν δύσκολο να το λιμάρει. Αν το έκοβε εντελώς, δεν θα έπαιρνε μπρος η μηχανή. Ούτε η μαμά που πήρε το παιδί της από το νηπιαγωγείο δεν παραξενεύτηκε όταν τον είδε ξαπλωμένο κάτω από το αυτοκίνητο της Δήμητρας. Αντίθετα του χάρισε ένα χαμόγελο συμπαράστασης όταν της είπε εκείνο το προμελετημένο για αυτήν την περίπτωση τα δίνουμε στο μηχανικό για να έχουμε ήσυχο το κεφάλι μας και τελικά πάλι εμείς χέρι πρέπει να βάζουμε για να λειτουργούν.
Όλα είχαν πάει καλά, δεν υπήρχαν προβλήματα με την κίνηση της Αθήνας, ούτε στην παράδοση του αυτοκίνητου. Κανείς από τους συναδέλφους δεν μυρίστηκε τίποτε. Πρόσεξε να κάνει τα τηλεφωνήματά του στο νούμερο του σπιτιού της Δήμητρας έγκαιρα. Δεν είχε δυσκολίες.

“… Ένα δεν καταλαβαίνω κε Νικολόπουλε” πρόσθεσε η Μαρία Ρίζου.
“Γιατί; Για ποιο λόγο; Ρώτησα τους γνωστούς σας στην Χαλκίδα. Κανείς δεν σας περίγραψε ως βίαιο τύπο, όλοι μου είπαν τα καλύτερα λόγια για εσάς. Τι παρακινεί έναν ερωτευμένο άνθρωπο σε μια τέτοια πράξη;”

-“Η ζήλια…” ψιθύρισε εκείνος απαντώντας στον εαυτό του. “Η ζήλια! Αυτό το αυτοκαταστροφικό συναίσθημα πως σε κάνει να τα βλέπεις όλα καχύποπτα. Να μην εμπιστεύεσαι τα λόγια και τις πράξεις της αγαπημένης του. Να βλέπεις συνέχεια ενδείξεις και να βρίσκεις συνέχεια και παντού αποδείξεις της απιστίας της. Και όσο περισσότερο ψάχνεις, τόσο περισσότερο πονάς, τόσο περισσότερο χάνεις την αυτοεκτίμησή σου, τόσο περισσότερο νιώθεις ότι δεν αξίζεις την ειλικρίνεια του άλλου, ότι δεν αξίζεις για να σε αγαπά ο άλλος, άρα σίγουρα σε χρησιμοποιεί, σε απατά, θα σε παρατήσει κάποτε. Και ρωτάς αν σε αγαπά, αλλά την θετική απάντηση δεν την πιστεύεις, είναι στο κόλπο για να σε παραπλανήσει μέχρι να σε πονέσει αφήνοντάς σε για κάποιον άλλο, πιο έξυπνο, πιο ενδιαφέροντα, πιο εξωστρεφή, σε καλύτερη οικονομική κατάσταση, ή κοινωνική θέση. Σε ποιον να το πεις; Οι άνδρες δεν ζηλεύουν, η ζήλια είναι θηλυκό ελάττωμα. Οι άνδρες είναι σίγουροι για τον εαυτό τους και αν αμφιβάλουν πρέπει να το κρύψουν γιατί χαλούν την ψευδαίσθηση της δύναμης, της επιτυχίας, της αρρενωπότητας τους.

Εγώ ψηνόμουν στο πυρετό της ζήλιας και η Δήμητρα με απόπαιρνε. Δεν μου έδειχνε το ημερολόγιό της στο internet, με κρατούσε μακριά από την ζωή της. Επανειλημμένως την ρώτησα τι έγραφε, αλλά εκείνη σιωπούσε. Προσπάθησα να μπω στο υπολογιστή της, μήπως και βρω τα κείμενά της, αλλά δεν τα κατάφερα να έχω πρόσβαση. Την παρακάλεσα να μην πάει στην συνάντηση των blogger, αλλά δεν με άκουσε. Ήταν περίεργη να γνωρίσει τα άτομα πίσω από τα ψευδώνυμα και τα κείμενά τους. Εγώ το θεωρούσα σίγουρο, ότι θα έκανε εκεί κάποια καινούργια γνωριμία και θα την έχανα. Όταν είδα ότι δεν μπορούσα να την μεταπείσω, είπα ότι δεν μπορούσα να πάω μαζί, όμως έμεινα όλο το βράδυ έξω από το μαγαζί. Ήμουνα σίγουρος ότι θα την έβλεπα να έφευγε στην αγκαλιά κάποιου. Δεν συνέβη. Δεν ικανοποιήθηκα, δεν υπήρξαν ευνοϊκές συνθήκες, υπέθεσα. Την επόμενη μέρα συναντηθήκαμε. Προσπάθησα να της δείξω με τον τρόπο μου ότι μου ανήκε. Είχαμε σεξ με τους δικούς μου όρους, άγρια, απελπισμένα, στο φως, εγώ όριζα τους κανόνες, δεν θα άφηνα να μου την έπαιρνε κανείς. Της άρεσε μου είπε αργότερα. Αντί να χαρώ, ένιωσα ακόμα χειρότερα. Δεν μπορούσε να περάσει από το μυαλό μου ότι το πίστευε, μάλλον κάποιος ελιγμός ήταν για να με καθησυχάσει. Όταν μου είπε το Σαββατοκύριακο της συνάντησής μας στην Χαλκίδα, ότι με αγαπούσε, αλλά χρειαζόταν μια καινούργια αρχή και θα δεχόταν την πρόταση δουλείας στην Γερμάνια, συνειδητοποίησα ότι την έχασα. Κάτι έσπασε μέσα μου. Άμα δεν μπορώ να την έχω εγώ, δεν θα την είχε κανένας άλλος, αποφάσισα… Αλήθεια ήταν έγκυος;”

-“Ναι, όπως σας είπα στον τρίτο μήνα, αλλά δεν αποδείχθηκε να έχετε εσείς την πατρότητα του εμβρύου. Λυπάμαι.”
Ο Νικολόπουλος κοίταξε την επιθεωρητή με νόημα. Την είχε προμελετήσει αυτή την πιθανότητα χιλιάδες φορές. Επιτέλους πραγματοποιήθηκε και βεβαίωνε σε όλους το ρόλο του αιωνίου θύματος που είχε επιλέξει να παίζει όλη του τη ζωή.

Προσθέτοντας στον φάκελο της υπόθεσης Δήμητρας Ζησοπούλου τις ακόμα ζεστές από την εκτύπωση σελίδες με το πρωτόκολλο της ανάκρισης του Θόδωρου Νικολόπουλου, πέρασε από το μυαλό της επιθεωρητού Μαρία Ρίζου το κείμενο που είχε διαβάσει στο blog της νηπιαγωγού…

Το αντικείμενο του πόθου

Είμαι ερωτευμένη τελικά
…με τη ζωή!

Τόσο που μερικές φορές πονά.
Η καρδιά μου δε βαστά την επιθυμία…
Οι αρτηρίες δεν αρκούν για τη ροή του αίματος…
Ο εγκέφαλος σε καταιγίδα ηλεκτρικών σημάτων…
Τα μάτια δεν χωρούν τις εικόνες και κλείνουν, ίσως μπορέσουν τότε να τα καταφέρουν…
Ο πνεύμονας σε πλήρη διαστολή να λάβει τον αέρα, να φιλτράρει το οξυγόνο…

Είναι ωραίο αλλά και οδυνηρό.
Να ξέρεις τι θέλεις, γνωρίζοντας τα όριά σου.

Όμως δεν είναι όλα θέμα εξάσκησης;
Και τα όρια εκεί, για να τα ξεπερνάμε;

Μακάρι!

Ήταν κρίμα που θα έμενε εγκαταλειμμένο το blog της νηπιαγωγού. Αντέγραψε στο μπλοκάκι της τα στοιχεία πρόσβασης και αποφάσισε να συνεχίσει εκείνη αυτό που άρχισε η Δήμητρα Ζησοπούλου. Ποιος ήξερε, ίσως κάποτε να έγραφε κάτι αντάξιο. Κάτι το ενδιαφέρον.

ΤΕΛΟΣ

ΥΓ. Η ιστορία και τα πρόσωπα της αστυνομικής ιστορίας είναι φανταστικά και ουδεμία ομοιότητα έχουν με καταστάσεις και πρόσωπα της πραγματικότητας.