-“Πότε ακριβώς ήταν η συνάντηση των blogger κε Mιχαηλιδη;” συνέχισε τις ερωτήσεις της η επιθεωρητής Μαρία Ρίζου.
-“Μια εβδομάδα πριν τα Χριστούγεννα, νομίζω στις 17 Δεκεμβρίου, αλλά μπορεί και να κάνω λάθος. Ήταν δύσκολο να βρεθεί μια μέρα που να μπορούν όλοι άλλα το Σάββατο ήταν για τους περισσότερους βολικό.”

Τοκ, τοκ, τοοοοοκ, τοκ, τοκ, τοοοοοκ χτύπησε το κινητό της επιθεωρητού και τραντάχτηκε πάνω στην λεία επιφάνεια του γραφείου. Το νούμερο που την καλούσε δεν το ήξερε.
-“Συγνώμη ένα λεπτό” είπε στον Κώστα Μιχαηλίδη και πάτησε το κουμπί για να δεχθεί την σύνδεση. Η ψυχολόγος της αστυνομίας την ενημέρωσε ότι μόλις είχε τελειώσει η συνάντηση του νηπιαγωγείο. Δυστυχώς η Βάσω Τριανταφυλλιδου είχε υποστεί σεξουαλική κακοποίηση, το ακριβές μέγεθος θα έπρεπε ακόμα να προσδιοριστεί από μια ειδική παιδοψυχολόγο, ήδη είχε ειδοποιήσει μια συνάδελφο, ευτυχώς οι γονείς δεν ήσαν μπλεγμένοι, αλλά ο γείτονας, ο οποίος χρησιμοποίησε τον σκύλο του ως δόλωμα για να δελεάζει τις επισκέψεις της μικρής, το όνομά του είναι…”
-“Γαβρίλης Παπαγιάννης” συμπλήρωσε θριαμβευτικά η Μαρία Ρίζου και στην ψυχολόγο δεν έμεινε τίποτε άλλο από το να συμφωνήσει και να προσθέσει ότι βέβαια όλα αυτά τα στοιχεία θα της τα έστελνε και γραπτώς για το αρχείο.
Η Ρίζου την ευχαρίστησε για την σημαντική της βοήθεια και έκλεισε το τηλέφωνο.

Μα φυσικά σκέφτηκε και επιτελούς κατάλαβε τι προσπαθούσε να της πει αυτή η μικρή φωνούλα μέσα της, που δεν είχε σταματήσει να της τριβελίζει το μυαλό από τότε που βρέθηκε στο συνεργείο του Αριστοτέλη Μαύρου.

“Κε Μιχαηλίδη αυτό ήταν, εύχομαι να μην σας κράτησα πολύ από τις ασχολίες σας. Αν χρειαστώ κάτι θα σας τηλεφωνήσω. Ευχαριστώ,” είπε και τον βοήθησε να βγει από το γραφείο της.

Ειδοποίησε ένα περιπολικό να της φέρει τον Παπαγιάννη αμέσως ξανά πίσω στο αστυνομικό τμήμα.
-“Επιθεώρητα Ρίζου, λυπάμαι αλλά οι συνάδελφοι μόλις φύγανε για μια άλλη υπόθεση” της απάντησε ο υπεύθυνος υπάλληλος και συνέχισε χωρίς να προλάβει να πει εκείνη τίποτε “με την πρώτη ευκαιρία όμως θα σας τον φέρουμε. Μόλις έφτασε ο Αντώνης Μάρκου, να σας τον στείλω;”
-“Ναι, θα τον περιμένω στο γραφείο μου, ευχαριστώ.”

Σχημάτισε στα γρήγορα το τηλέφωνο της Ειρήνης. Δεν θα τα κατάφερνε να πάρει την Κατερίνα έγκαιρα από το σχολείο, αν δεν της ήτανε κόπος, να πήγαινε εκείνη. Η Ειρήνη δεν είχε αντίρρηση και η Μαρία Ρίζου μπορούσε να στρέψει την απεριόριστη προσοχή της, στον ξάδελφο της Δήμητρας Ζησοπούλου, ο οποίος ακριβώς εκείνη την στιγμή έμπαινε στο γραφείο της συνοδευόμενος από δυο αστυνομικούς με στολή.

“Kε Μάρκου σας ευχαριστώ που είχατε τον χρόνο για να με επισκεφτείτε και εύχομαι να μην ήταν πρόβλημα να απέχετε για λίγο από την δουλειά.”
-“Άκου, χρόνο για να επισκεφτώ, με το περιπολικό που ήρθε στην δουλειά τι να κάνω; Να μην έρθω; Τι αστεία που είναι ετούτη” είπε κατευθυνόμενος στον ψηλότερο από τους δυο αστυνομικούς.
-“Σιωπή” του απάντησε εκείνος αυστηρά.
-“Επιθεώρητα, μήπως θα θέλατε να παραμείνουμε κατά την διάρκεια της ανάκρισης;” ρώτησε ο κοντοτιέρος.
-“Όχι ευχαριστώ, όλα εντάξει.
Καθίστε κε Μάρκου. Είμαι η επιθεωρητής Μαρία Ρίζου και ερευνώ τις συνθήκες του θανάτου της ξαδέλφης σας, Δήμητρας Ζησοπούλου.”
-“Τι είναι να ερευνήσετε; Η Δήμητρα είχε αυτοκινητιστικό δυστύχημα, τι συνθήκες και κουραφέξαλα…”
-“Είστε σίγουρη ότι δεν θέλετε να μείνει κάποιος από εμάς;” επέμενε ο ψηλός αστυνομικός ανεβάζοντας την ένταση της φωνής του γιατί ήταν ήδη έξω στον διάδρομο.
-“Ναι, χαίρεται” απάντησε ενοχλημένα κλείνοντας την πόρτα του γραφείου της.

“Λοιπόν κε Μάρκου τι μπορείτε να μου πείτε για την κα Ζησοπούλου;”
-“Τι να σας πω; Αν η Δήμητρα δεν ήταν ξαδέρφη μου, δεν θα υπήρχε λόγος να ανταλλάξομε ούτε μια λέξη μεταξύ μας. Ενα κακομαθημένο παλιοκόριτσο ήταν. Πάντα προσπαθούσε να τραβήξει την προσοχή των άλλων. Από μικρή. Δες με παππού πως παίζω φλογέρα, δες παππού πως φτιάχνω κασκόλ, δες την ζωγραφιά, δες το ένα, δες το άλλο. Αχ, και ποσό δυστυχισμένη είμαι, αχ και πόσο χρειάζομαι να μου δείχνετε πως με αγαπάτε, και πόσο καλή είμαι στον παππού, και πως του κάνω παρέα, ενώ ο Αντώνης τίποτε δεν κάνει. Άχρηστος βέβαια ο Αντώνης, αλλά όταν δυσκολέψανε τα πράγματα για τον παππού, εγώ μετακόμισα μαζί του, και όχι εκείνη. Αλλά εκεί, να μου κάνει παρατηρήσεις και δεν φέρονται έτσι, και γιατί το λες αυτό, εγώ που όταν πάω ταξίδια στέλνω στο παππού κάρτες και σουβενίρ. Εκείνη σουβενίρ, εγώ όμως έτρωγα μέρα νύχτα την γκρίνια του, μέρα νύχτα τις υποδείξεις για να στρώσει η ζωή μου. Ούτε η δουλειά μου δεν του άρεσε. Οι ασφάλειες δεν είναι ειλικρινείς δουλειές. Και το hobby μου, και αυτό το καταδίκαζε.
Πεταμένα λεφτά είναι, και βαλε τα καλύτερα στην άκρη. Πως θα κάνεις οικογένεια κάποτε… Τέλος πάντων, τουλάχιστον δεν τσιγκουνεύτηκε στην κληρονομιά. Αλλά και εκεί να με κοντράρει. Δεν μου άφησε άπλα και μόνον το οικόπεδο στην Πάτρα, παρά έβαλε και αυτή την ηλίθια να μου ψήνει το ψάρι στα χείλη. Βρήκα αγοραστή άλλα δεν ήθελε να υπογράψει να πουληθεί το οικόπεδο. Γιατί; Γιατί νομίζει ότι τα ξέρει όλα και ότι μόνον τα δικά της ενδιαφέροντα έχουν νόημα. Όλα τα υπόλοιπα είναι άπλα χάσιμο χρημάτων.”

-“Tι συμβαίνει τώρα με το οικόπεδο μετά τον θάνατο της Ζησοπούλου;”
-“Καλή ερώτηση, δεν έπιασα στο τηλέφωνο τον δικηγόρο μου, για να τον ρωτήσω αν μπορώ να το πουλήσω και χωρίς την υπογραφή της κας Τέλειας.”

-Συνεχιζεται-

ΥΓ. H ιστορία και τα πρόσωπα της αστυνομικής ιστορίας είναι φανταστικά και ουδεμία ομοιότητα έχουν με καταστάσεις και πρόσωπα της πραγματικότητας.

ΥΥΓ. “Στερνή μου γνώση να σε΄χα πρώτα”, θα έλεγε η γιαγιά μου. Άλλαξα την τελευταία πρόταση. Πάλι ισχύει ότι, όσοι διάβασαν το κείμενο εχθές το βράδυ καταλαβαίνουν τι λέω, όσοι τώρα ας αγνοήσουν το σχόλιο.