Όλα εντάξει Ειρήνη; Πότε υπολογίζεις ότι θα επιστρέψετε για να είμαι έγκαιρα στο σπίτι; πληκτρολόγησε η Μαρία Ρίζου στο κινητό της γρήγορα μετά το τέλος της συναντησής της με την Σοφία Βλάσση.
Η απάντηση έφτασε ελάχιστα λεπτά αφού στάλθηκε το μήνυμα.
Κατά τις 5 το απόγευμα. Η Κατερίνα είναι ξετρελαμένη. :-)
Διάβασε στο display του κινητού της την ώρα και ξαφνιάστηκε. Είχε ήδη φτάσει 11; Πως είχε περάσει πάλι τόσο γρήγορα ο χρόνος;

Σκέφτηκε να γράψει και άλλο ένα μήνυμα και να το στείλει στον Γιώργο.
Όμορφέ μου, αν έχεις χρόνο και διάθεση για φαγητό ξέρεις που θα με βρεις. Στο γνωστό μέρος στην 1 μ. Φιλάκια.
Ο Γιώργος ήταν φωτογράφος. Δούλευε ως ελεύθερος επαγγελματίας για περιοδικά ή διαφημιστικά γραφεία. Δεν είχε συγκεκριμένο ωράριο εργασίας. Θεωρητικά θα μπορούσε ΙΤΕ να έχει πολύ ελεύθερο χρόνο ΙΤΕ να τρέχει και να μην προλαβαίνει, στην πράξη όμως ήταν συνέχεια υπατμόν. “Ποιος ξέρει,” σκέφτηκε η Ρίζου, “ίσως και να μπορούσε να κάνει σήμερα ένα διάλειμμα από την δουλειά.”

Αναρωτιότανε πως να συνέχιζε με τις έρευνές της. Είχε περιέργεια να συναντήσει τον τύπο από το chat. Μήπως οι συνάδελφοι της σήμανσης είχαν τελικά κερδίσει πρόσβαση στα αρχεία του υπολογιστή της Ζησοπούλου; Θα πέρναγε μετά το φαγητό για να ρωτήσει.
Αποφάσισε ότι είναι καιρός να μιλήσει με τους γονείς της Ζησοπούλου. Βρήκε την διεύθυνσή τους στην λίστα των τηλεφωνημάτων που έβαλε τον συνάδελφο να ελέγξει. Προλάβαινε να πεταχτεί.

-Κυρία Κωνσταντίνα Ζησοπούλου; Επιθεωρητής Ρίζου, από την αστυνομία, μου ανοίγετε; ρώτησε στο θυροτηλέφωνο.
Η Ρίζου μπήκε στο κτίριο, ανέβηκε τις σκάλες μέχρι τον τρίτο όροφο της πολυκατοικίας και χτύπησε πεταχτά το κουδούνι με το όνομα Λευτέρης Ζησόπουλος.
Aν εξαιρούσε κανείς κάποιες ρυτίδες, η γυναίκα που της άνοιξε την πόρτα ήταν ίδια με αυτή των φωτογραφιών της παιδικής ηλικίας της Δήμητρας Ζησοπούλου. Μια λεπτή νεάζουσα ξανθιά κυρία, γύρω στα 50, μεσαίου ύψους, με λεπτά χαρακτηριστικά, αρμονική φυσιογνωμία, τα μαλλιά μαζεμένα σε μια μικρή αλογουρά, ντυμένη με ένα μαύρο πουλόβερ και ένα κλασικό εξίσου μαύρο υφασμάτινο παντελόνι.

Κα Ζησοπούλου, χαίρομαι που σας βρήκα, θα ήθελα να σας κάνω κάποιες ερωτήσεις. Μήπως ενοχλώ;
-Περάστε, καθίστε, είπε η Κωνσταντίνου Ζησοπούλου και έδειξε στην επιθεωρητή ένα κάθισμα στο σαλόνι, απέναντι στον καναπέ, όπου πήρε εκείνη θέση.
Σας ακούω, τί θέλετε να μάθετε; ρώτησε ευγενικά με δυο κοκκίνα μάτια και μια φωνή που πάλευε να παραμείνει σταθερή.

-Σας ενημέρωσε η τροχαία ότι το αυτοκίνητο βγήκε από την πορεία του γιατί τα φρένα δεν λειτούργησαν, κάποιος τα πείραξε. Μήπως ξέρετε ποιος θα μπορούσε να έκανε κάτι τέτοιο, είχε η κόρη σας εχθρούς;
-Εχθρούς, τί εχθρούς να είχε το κορίτσι μου; Δεν μπορώ να φανταστώ κανέναν. Η Δήμητρα ήταν παντού αγαπητή. Από μωρό. Όλοι την αγαπούσαν, όλοι. Στο σχολείο, στον αθλητισμό, στο πανεπιστήμιο τράβαγε τα βλέμματα και την συμπάθεια πάντα με τον τρόπο της και τα ξανθά της μαλλάκια. Στο νηπιαγωγείο την υπεραγαπούσαν μέχρι και οι πιο δύσκολοι μπόμπιρες. Μόνον με την διευθύντρια είχε προβλήματα γιατί δεν ήθελε να δεχθεί το γεγονός ότι μια κοπέλα 26 χρόνων αμφισβητούσε την πεπαλαιωμένη κοσμοθεωρία περί απόλυτης συνέπειας και πειθαρχίας.

-Σας είχε μιλήσει η κόρη σας για άλλα προβλήματα στο νηπιαγωγείο, εκτός από αυτά με την διευθύντρια;
-Όχι αλλά την Τρίτη με κάλεσε στο κινητό και με ρώτησε αν μπορούσαμε να συναντηθούμε. Ήθελε να πάρει μια απόφαση για κάποιο σημαντικό θέμα που δεν μπορούσε να το συζητήσει στο τηλέφωνο. Την παρακάλεσα αν μπορώ να την πάρω αργοτερα, γιατί βρισκόμουν εκείνη την στιγμή στο γιατρό. Τηλεφώνησα από το σπίτι μόλις επέστρεψα. Κανονίσαμε να ερχότανε σε εμάς την Πέμπτη το βράδυ, επιστρέφοντας από την γυμναστική της. Αλλά τα πράγματα ήρθαν προφανώς αλλιώς, έτσι δεν είναι; είπε και κοίταξε με τα κατακόκκινα γυαλιστερά μάτια της την επιθεωρητή.

-Έμαθα ότι κληρονόμησε από τον πάτερα σας ένα οικόπεδο εξ αδιαιρέτου με τον ξάδερφό της, υπήρχαν σε αυτό το θέμα δυσκολίες;
-Ναι δυστυχώς… o πατέρας ήταν πάντα σε όλους γενναιόδωρος αλλά ιδιαίτερα στα παιδιά, στην Δήμητρα και στο Αντώνη. Έγραψε στο όνομα του καθενός τους ένα διαμέρισμα. Προσπάθησε να τους τα μοιράσει όλα δίκαια. Επειδή άφησε στην Δήμητρα τα έπιπλά του για παράδειγμα πήρε ο Αντώνης πιο πολλά μετρητά. Όμως ήθελε να τους δώσει κάτι που να τους ενώνει. Είχε ψυχρίνει η σχέση τους τα τελευταία 4 χρόνια. Η Δήμητρα αγαπούσε τον πάτερα και πήγαινε συχνά να τον βλέπει, να του κάνει παρέα, να του λέει τα κατορθώματά της.
Προκειμένου να μην μένει μόνος του, πρότεινε εκείνος στον Αντώνη να μοιραστούν το διαμέρισμά του στο Καλαμάκι. Στην αρχή ήταν όλα καλά, ο Αντώνης μεγάλωσε υπό την αιγίδα του πάτερα πρέπει να ξέρετε, αλλά από κάποια στιγμή και έπειτα ο Αντώνης άρχισε να μην ασχολείται. Δεν του ζήτησε κανείς να πληρώνει μερίδιο στα έξοδα του διαμερίσματος, αλλά και εκείνος δεν προσέφερε στον πατέρα τίποτε. Ούτε τον χρόνο του, ούτε την προσοχή του, ούτε την βοήθειά του. Κάποτε υπήρξε πρόβλημα με τα καλοριφέρ, ένας σωλήνας χάλασε και γέμισε το σαλόνι νερό. Ο πατέρας πήρε τηλέφωνο τον Αντώνη να καλέσει τον υδραυλικό, αλλά εκείνος του είπε, δικό σου είναι το διαμέρισμα, εσύ να ασχοληθείς, έτσι και αλλιώς συνταξιούχος είσαι, χρόνο έχεις.
Τον φαντάζεστε 80 χρόνων άνθρωπος, μονός, σε ένα κρύο διαμέρισμα μέσα στο χειμώνα, να ψάχνει υδραυλικούς μέσα από τον χρυσό κατάλογο και να μην μπορεί να υπολογίζει στην βοήθεια του εγγονού που ζει στο σπίτι του χωρίς να ξοδεύει ούτε δραχμή;
Η Δήμητρα δεν συμφωνούσε με την στάση του Αντώνη και του το είπε πως δεν είναι τρόπος αυτός. Όταν ήταν μικρά ο πατέρας έκανε τα πάντα για τα παιδιά και τώρα που χρειαζόταν την βοήθειά τους, τον αντιμετώπιζε ο Αντώνης σαν ένα ξένο, ένα ενοχλητικό γερο που προσπαθούσε με κάθε τρόπο να αποφύγει.
Η Δήμητρα τον ρώτησε γιατί δεν μετακομίζει άμα δεν μπορεί να μένει πλέον στο ίδιο σπίτι με τον παππού.
Αλλά ο Αντώνης ήθελε και την πίτα και το σκύλο χορτάτο. Δεν ξέρω, ίσως φοβότανε ότι αν έφευγε θα έχανε το διαμέρισμα του παππού και την κληρονομιά…
Όμως ο πατέρας δεν κάκιωσε στον Αντώνη. Νέος είναι έλεγε, τι να κάνει με τα γηρατειά και εγώ στην θέση του τα ίδια θα έκανα, μου έλεγε μερικές φορές για να με μαλακώσει, όμως δεν ήταν η αλήθεια. Ποτέ ο πατέρας δεν θα φερόταν όπως ο Αντώνης. Ούτε σε μεγαλύτερο ούτε σε νεότερό του. Πόσο μάλλον σε κάποιον που έχει την ανάγκη του.

Το οικόπεδο στην Πάτρα το άφησε και στα δυο του εγγόνια με την ελπίδα ότι αυτό θα τους ξαναέφερνε κοντά. Όμως το αντίθετο συνέβη. Ο Αντώνης χρησιμοποίησε γρήγορα τα μετρητά στο χόμπι του, τα rallye αυτοκινήτων. Για να πληρώσει κάποια χρέη έβαλε υποθήκη το σπίτι στο Καλαμάκι και πριν μια εβδομάδα μας ανακοίνωσε ότι βρήκε αγοραστή για το οικόπεδο. Πίεζε την Δήμητρα να υπογράψει, έβαλε και τον δικηγόρο του να την πάρει τηλέφωνο για να της εξηγήσει με τα ακαταλαβίστικα δικηγορίστικα ότι είναι τάχα για το συμφέρον της αν συμφωνούσε.
Η Δήμητρα δεν ήξερε πλέον τι να κάνει; Να δώσει την συγκατάθεσή της να πουληθεί το οικόπεδο του παππού, για ποιο λόγο; Για να πεταχτούν και αυτά τα λεφτά από το παράθυρο; Όταν του είπε ότι δεν θα υπογράψει τα συμβόλαια ο Αντώνης έγινε έξαλλος. Ήμουν τυχαία και εγώ μπροστά σε αυτή την συζήτηση, η οποία μόνον συζήτηση δεν ήτανε, με φωνές, απειλές, βρισιές. Ήταν δυνατόν να ήταν αυτός ο ανιψιός μου; Απογοητεύθηκα βαθιά. Όταν μίλησα με την αδερφή μου, μου είπε πως και εκείνη δεν τον αναγνωρίζει αλλά δεν μπορεί να του μιλήσει. Ούτε από εκείνη δεν δέχεται κουβέντα. Πικράθηκα. Συμβούλεψα την Δήμητρα να μην απαντά στα τηλεφωνήματά του. Να αποφεύγει τις συναντήσεις για λίγο καιρό. Τον φοβήθηκε η ψυχή μου.
Άμοιρε πατέρα, άλλα ήθελες και άλλα κατάφερες…

-Συνεχίζεται-

ΥΓ. H ιστορία και τα πρόσωπα της αστυνομικής ιστορίας είναι φανταστικά και ουδεμία ομοιότητα έχουν με καταστάσεις και πρόσωπα της πραγματικότητας.